Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

αναρχισμός και σέξ

Η «Αναρχική Ομοσπονδία Μεγάλης Βρετανίας» (Anarchist Federation, UK) συνοψίζει απόψεις και συζητήσεις αναρχικών ως προς το σεξ και τη σεξουαλικότητα(από contra info)


Οι αναρχικές οπτικές στο σεξ κυμαίνονται από την ιδέα ότι «όλα επιτρέπονται» μεταξύ συναινούντων ενηλίκων μέχρι πιο παραδοσιακές προσεγγίσεις τού τι αποτελεί ελεύθερο έρωτα μεταξύ ατόμων. Ένα πράγμα που αυτές οι διιστάμενες απόψεις έχουν κοινό, ωστόσο, είναι η ιδέα της σεξουαλικής ελευθερίας και της εναντίωσης στη σεξουαλική εκμετάλλευση. Παρ’ όλα αυτά, το να είναι κανείς υπέρ της σεξουαλικής ελευθερίας και κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι ανοιχτό σε ένα εύρος ερμηνειών και μπορεί να ενσωματώνει ποικίλες, ενίοτε και συγκρουόμενες αναλύσεις απ’ τον έναν αναρχικό στον άλλον.
Μέσα σε συγκεκριμένες αναρχικές παραδόσεις (όπως επίσης στην αριστερά) συχνά έχει υπάρξει ένα σημαντικό κύμα «πουριτανισμού» απέναντι στο σεξ και σε όποιες δραστηριότητες ανακηρύσσονται γενικά ασύνετες.
Όλοι ξέρουμε την ιστορία σχετικά με την Έμμα Γκόλντμαν, που χόρευε όλη νύχτα με άντρες σε μια αναρχική κοινωνική εκδήλωση και κατηγορήθηκε για συμπεριφορά που δεν αρμόζει σ’ έναν επαναστάτη (ξέρουμε επίσης και τη συνακόλουθη έκρηξη οργής της). Ξέρουμε κι ότι κάποιοι τομείς του αναρχικού κινήματος στην Ισπανική Επανάσταση έχουν κατηγορηθεί για παρόμοιο πουριτανισμό, και η ιδέα ότι οι αναρχικοί και κομμουνιστές επαναστάτες θα έπρεπε περίπου να ζουν τις ζωές τους ως ασκητές μοναχοί ή καλόγριες συνεχίζεται μέχρι σήμερα σε κάποια μέρη.
Τα μυθιστορήματα αναρχικών συγγραφέων του 19ου αιώνα όπως ο Οκτάβιος Μιρμπώ κατηγοριοποιήθηκαν ως πορνογραφία απ’ το φιλολογικό καθεστώς της εποχής. Το «Ημερολόγιο μιας καμαριέρας» απεικονίζει τις σεξουαλικές συνήθειες της αστικής τάξης με τέτοιον τρόπο ώστε ο Ζαν Γκραβ να σχολιάσει «τι βρόμα και ξεπεσμός υπάρχει κάτω από την όμορφη επιφάνεια της κοινωνίας μας». Για να είμαστε δίκαιοι, η Σελεστίν, η προλεταριακή αντι-ηρωίδα του Μιρμπώ, σίγουρα δεν ήταν και σεξουαλικά αγία, αλλά η έμφαση στην ξακουστή σεξουαλική «ανωμαλία» και «αχρειότητα» των πλουσίων υπαινίσσεται ξεκάθαρα ότι τα σεξουαλικά καπρίτσια είναι κατά έναν τρόπο αστικά. Αυτό στ’ αλήθεια δεν είναι τόσο διαφορετικό από την παλιά Μαχητική Τάση (σήμερα το Σοσιαλιστικό Κόμμα), που μας έλεγε πριν μερικά χρόνια ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μια αστική ασθένεια.
Βικτωριανές αξίες
Σ’ αυτά προστίθεται και η ανθεκτική επίδραση συγκεκριμένων στοιχείων του κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών, που οδήγησε πολλές φεμινίστριες και τους άντρες υποστηρικτές τους να υιοθετήσουν «πουριτανικές» συμπεριφορές απέναντι στο σεξ και στη σεξουαλικότητα και να ασπαστούν τη λογοκρισία στην πορνογραφία και σε όλα τα είδη της ερωτικής τέχνης.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι πολλά θετικά πράγματα προέκυψαν από το φεμινισμό και το κίνημα των γυναικών γενικά, ωστόσο μια σημαντική αρνητική πτυχή του υπήρξε η πεποίθηση ότι οι άντρες γενικά είναι εκ φύσεως εκμεταλλευτικοί προς τις γυναίκες (κατά κοινή ομολογία, βασισμένη στο πολύ πραγματικό γεγονός ότι πολλοί άντρες όντως φέρονται έτσι για πολύ ή για κάποιον καιρό), ενώ οι γυναίκες πάντα αντιμετωπίζονται ως θύματα της αντρικής κυριαρχίας και καταπίεσης. Για κάποιες φεμινίστριες, αυτή η οπτική οδήγησε σε ένα τεράστιο άλμα με το οποίο υποστηρίχτηκε ότι όλοι οι άντρες είναι βασανιστές ή τουλάχιστον εν δυνάμει βασανιστές γυναικών. Οι γυναίκες, από την άλλη, αντιμετωπίστηκαν ως θεμελιακά άγια και σχεδόν μη σεξουαλικά πλάσματα, έρμαια της αντρικής διαφθοράς. Και οι γυναίκες που έκαναν πράγματα όπως να βγαίνουν έξω, να φλερτάρουν και να πηδιούνται με άντρες (ή ακόμα και να συνάπτουν σχέσεις με τον «εχθρό») ζούσαν απλά ως υποχείρια των αντρών και του πατριαρχικού τους συστήματος. Συνεπώς, η «ασεξουαλική εκμεταλλευόμενη» οπτική των γυναικών είναι πολύ κοινή με τη βαλτώδη θρησκευτική στάνταρ μυθολογία του «γυναίκα όπως η Παναγία, ή πόρνη» και εμπεριέχει αρκετά στοιχεία των παλιών, καλών «βικτωριανών αξιών». Δυστυχώς, ο εκάστοτε αναρχικός ακόμα είναι γαντζωμένος σε μερικές απ’ αυτές τις προστατευτικές ηθικές αποσκευές.
Στον καπιταλισμό όλα και όλοι είναι εμπορεύματα, όλοι έχουμε την τιμή αγοράς μας. Και είτε πουλώντας την εργατική μας δύναμη ως εργάτες ή αγοράζοντας τα απαραίτητα (και κάποια όχι και τόσο απαραίτητα) ως καταναλωτές, όλοι υπάρχουμε ως μέρος και τεμάχιο του εμπορευματικού συστήματος του παγκόσμιου καπιταλισμού. Τότε το σεξ δε διαφέρει: αποτελεί κάτι που όχι μόνο είναι κατάλληλο για την αγορά, αλλά μαχητικά εμπορεύσιμο στον καπιταλισμό (όπως όλοι ξέρουμε, το σεξ πουλάει). Ωστόσο, όταν το σεξ αγοράζεται και πωλείται –μέσω της πορνογραφίας, της πορνείας κ.λπ.– οι αριστεροί υπέρμαχοι της λογοκρισίας φεμινιστές και κάποιοι αναρχικοί έχουν την τάση να αντιμετωπίζουν αυτό το εμπόριο σαν κάτι χειρότερο από τις άλλες μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Καθίζοντάς το στα γόνατα
Παραδείγματος χάριν, ένα στριπτιτζάδικο άνοιξε πρόσφατα στο Νότινγχαμ και οργανώθηκε μια κίνηση προκειμένου να κλείσει. Τώρα, δεν ξέρω αν αναρχικοί ήταν όντως αναμειγμένοι σ’ αυτή την κίνηση, αλλά ξέρω ότι κάποιοι αναρχικοί βλέπουν μια τέτοια κίνηση ως κάτι αξιόλογο.
Καταλαβαίνω τα επιχειρήματα των φεμινιστριών υπέρ της λογοκρισίας. Ωστόσο, η οπτική ότι η πορνογραφία (και σ’ αυτή την περίπτωση) κατά κάποιον τρόπο προτρέπει τους άντρες σε βιαιοπραγίες και βιασμούς γυναικών είναι πολύ αμφισβητήσιμη. Επίσης, η απλουστευτική θεώρηση της πορνογραφίας και της βιομηχανίας του σεξ γενικά –που αντιμετωπίζεται ως ένα μέρος όπου οι εμπλεκόμενες γυναίκες είναι υπερεκμεταλλευόμενα θύματα– μου φαίνεται να βασίζεται σε μια μορφή συντηρητισμού ή φιλελευθερισμού, κρυπτο-θρησκευτικού μοραλισμού με τη μεγάλη συνεισφορά της αισθησιοκρατικής μυθολογίας των μίντια να εμπλέκεται για να δέσει το πράγμα. Μα μόνο η ανεπαρκής γνώση αυτής της οπτικής βασίζεται στην πραγματικότητα της εργασίας και της βιομηχανίας του σεξ, η οποία είναι εξαιρετικά ευρεία και πολυεδρική. Ναι, τομείς της είναι φρικιαστικά εκμεταλλευτικοί, ενίοτε ισοδυναμούν και με την πραγματική (άμισθη) σκλαβιά και είναι ελάχιστα παραπάνω από ένα μέσο ενσωμάτωσης των εμπορευματικών συμφερόντων, μεγάλων ή μικρών, νόμιμων ή παράνομων.
Αλλά θα έλεγα ότι (σίγουρα σ’ αυτή την χώρα) πολλοί τομείς της βιομηχανίας του σεξ είναι ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο εκμεταλλευτικοί σε σύγκριση με οποιοδήποτε καπιταλιστικό συμφέρον, κι άλλοι είναι όσο μη εκμεταλλευτικοί γίνεται στον καπιταλισμό. Οπότε, το να γενικολογεί κανείς για τη βιομηχανία του σεξ, οδηγεί σε μια πολύ περιορισμένη και αφελή κατανόησή της και δε λέει τίποτα για τις πραγματικές συνθήκες εκεί.
Τώρα, τείνω να αντιμετωπίζω τα στριπτιτζάδικα ως… μαλακίες. Αλλά στο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό των πραγμάτων εντός καπιταλισμού θα τα έβαζα στην παραπάνω «ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο» κατηγορία των εκμεταλλευτικών βιομηχανιών του συστήματος. Στα στριπτιτζάδικα υπάρχουν συνήθως σαφείς κανόνες ασφαλείας «απαγόρευσης της φυσικής επαφής» μεταξύ χορεύτριας και θεατών, κι αν δε σε πειράζει να σε αυγατίζει ένας τύπος ή μερικοί τύποι, τα λεφτά δεν είναι κι άσχημα, και πληρώνει πολύ καλύτερα από τις άλλες δουλειές της εργατικής τάξης. Είναι επίσης δουλεία στην οποία πας και έρχεσαι όποτε θέλεις και οι ώρες είναι συχνά πολύ ευέλικτες. Είναι αλήθεια ότι οι εργοδότες συνήθως κάνουν διακρίσεις, προσλαμβάνοντας γυναίκες που πληρούν τα στερεότυπα του «ελκυστικού» ή του «σέξι» και έχοντας ένα ανώτερο όριο ηλικίας – στη βάση του ότι αυτό θα φέρει στο μαγαζί τα κορόιδα που θα πληρώσουν.
Άρα, ως αναρχοκομμουνιστές η στάση μας απέναντι σε ένα στριπτιτζάδικο θα έπρεπε να είναι παρεμφερής μ’ αυτήν απέναντι σε έναν κινηματογράφο ή ένα χυτήριο ή ένα σουπερμάρκετ – με άλλα λόγια, αφορά τις μπίζνες ως συνήθως. Αλλά φυσικά δεν είναι τόσο απλό, είναι; Γιατί κάποιοι άνθρωποι εξανίστανται τόσο ισχυά σ’ αυτά τα κλαμπ, ώστε θέλουν να διαδηλώσουν για να τα κλείσουνπερισσότερο απ’ ό,τι θέλουν το τοπικό μαγαζί με τα μεταχειρισμένα ρούχα που πληρώνει «παράνομους» εργάτες μιάμιση λίρα την ώρα για δωδεκάωρες μέρες; Είναι επειδή στο πρώτο η γυναίκα έχει το θράσος να χορέψει γυμνή ή ημίγυμνη για 12 ώρες την ημέρα; Ή είναι επειδή οι διαδηλωτές δε θέλουν να έχουν (στ’ αλήθεια όχι και τόσο πολύ) άσεμνα γεγονότα κεκλεισμένων των θυρών της γειτονιάς τους;
Και γιατί οι άνθρωποι έχουν πολύ λιγότερη προδιάθεση να ενδιαφερθούν να διαμαρτυρηθούν ενάντια στο μαγαζί με τα μεταχειρισμένα; Επειδή είναι μόνο «μια χούφτα αλλοδαποί» που δουλεύουν εκεί και, στην πραγματικότητα, δεν τους καίγεται καρφί για τους πρόσφυγες που δουλεύουν υπερωρίες σε άθλιες συνθήκες με ελάχιστους ή και καθόλου κανονισμούς υγιεινής και ασφάλειάς τους και πληρώνονται ψίχουλα; Επειδή το να δουλεύεις στο εμπόριο ρούχων είναι τουλάχιστον «έντιμος μόχθος» όπου κανείς δεν έχει να τσιτσιδωθεί; Ή απλά δεν έχουν πρόβλημα οι άνθρωποι να έχουν τέτοια εξαθλιωμένα πράγματα να συμβαίνουν κεκλεισμένων των θυρών της γειτονιάς τους;
Τώρα, όταν μιλάμε γι’ αυτό που αποκαλώ το μέσο των «ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο» εκμεταλλευτικών τομέων της βιομηχανίας του σεξ (π.χ. στριπτιτζάδικα), μου προκαλείται η υποψία ότι αυτό στο οποίο καταλήγουν όλα είναι η ηθικότητα. Το θέμα εδώ είναι ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα κορμιά τους σεξουαλικά για λεφτά. «Και μόνο ένα πραγματικά εκμεταλλευόμενο άτομο θα το έκανε αυτό, όχι; Ή κάποιος ψυχολογικά κατεστραμμένος… σεξουαλικά κακοποιημένος ως παιδί… ένα αβοήθητο υποχείριο… κάποιος στην πλευρά του εχθρού… Λοιπόν, πώς μπορεί οποιαδήποτε γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της να επιτρέψει να αντικειμενοποιηθεί με τέτοιον τρόπο;»
Λυπάμαι που θα το πω αυτό, αλλά είναι λες και κάποιοι από εμάς δεν έχουν στ’ αλήθεια προχωρήσει από την εποχή της βασίλισσας Βικτωρίας και το σεξ είναι ακόμα το μεγάλο ταμπού που πάντα ήταν. Σεξ για πούλημα, σεξ ως εμπόρευμα, σεξ δημοσίως, σεξ τυπωμένο ή φιλμογραφημένο, εκκεντρικό, περίεργο, διαστροφικό, φετιχιστικό, αλλοπρόσαλλο σεξ, σεξ σε ιεραποστολική στάση, για την ακρίβεια κάθε είδους σεξ στη δημόσια σφαίρα είναι το ζήτημα.
Οι άνθρωποι που επιλέγουν να επιτεθούν στο τοπικό στριπτιτζάδικο, αλλά όχι στο τοπικό βενζινάδικο, το κάνουν λόγω προσωπικής ηθικότητας αναφορικά με το σεξ. Το σεξ το κάνει ηθικό ζήτημα, καθώς αν μιλούσαμε μόνο για μιαν απλή οικονομική σχέση, τότε είναι τόσο τυπικό όσο η κάθε βιομηχανία. Αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτό, έτσι; Οπότε, όταν κάποιοι αναρχικοί απομονώνουν τα στριπτιτζάδικα ή τα ενήλικα βιβλιοπωλεία, δε βασίζουν τις πράξεις τους σε μια ταξική ανάλυση, αλλά σ’ αυτό που θεωρούν ηθικά καλό ή κακό για εμάς τους υπόλοιπους (που θέτει ερωτήματα για τον τρόπο που ερμηνεύουν τον αναρχισμό). Αυτή η εξύψωση της αντίθεσής τους στη βιομηχανία του σεξ είναι μια προσωπική ηθική επιλογή, μα δε συνδέεται καθόλου είτε με μια επαναστατική ταξική ανάλυση είτε με τον ίδιο τον αναρχισμό.

Επαναστατικές τσόντες

Άλλο ένα ανησυχητικό σημείο στην ιδεολογία υπέρ της λογοκρισίας είναι η (πιθανότατα εθελούσια) αδιαφορία για τη σεξουαλική ευελιξία ως απελευθερωτική, ακόμα και επαναστατική δύναμη. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια πολλών επαναστατικών επεισοδίων, η πορνογραφία και η ερωτική τέχνη έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη δημοφιλή επαναστατική κουλτούρα. Σεξουαλικές εικόνες που δημιουργήθηκαν για την ευχαρίστηση έχουν φυσικά υπάρξει για χιλιετίες, αλλά συνήθως ήταν προσβάσιμες μόνο στους ευκατάστατους, στους μορφωμένους και στον υψηλό κλήρο. Όμως, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, μια μεγαλύτερη ελεύθερη σεξουαλική έκφραση και μια διανομή πορνογραφικού υλικού ήρθαν στο προσκήνιο. Με άλλα λόγια, έγινε προσβάσιμο και σ’ εμάς τους πληβείους επίσης. Θυμάμαι να διαβάζω για τις πρώτες μέρες της Πορτογαλικής Επανάστασης του 1974, όταν η φασιστική δικτατορία είχε μόλις πέσει και η απαγορευμένη λογοτεχνία ξαφνικά γινόταν διαθέσιμη ελεύθερα, έτσι ώστε ο καθένας μπορούσε να βρει τα έργα του Μπακούνιν, του Κροπότκιν, του Μαρξ και του Λένιν δίπλα δίπλα με τα πορνογραφικά περιοδικά!
Και ιστορικά δεν είναι τυχαίο ότι, όταν η αντίδραση αρχίσει να επιβάλλεται ξανά, και ο Μπακούνιν και τοπορνοπεριοδικά είναι τα πρώτα που θα βρεθούν στο στόχαστρο. Ούτε είναι τυχαίο ότι η πορνογραφία και το λεγόμενο «αθέμιτο σεξ» είναι παράνομα και τιμωρούνται αυστηρά σε κάποια από τα πιο καταπιεστικά (και όλως τυχαίως αντι-γυναικεία) καθεστώτα του κόσμου.
Δεν εννοώ ότι η πορνογραφία είναι ένα υπέροχο απελευθερωτικό πράγμα καθεαυτό. Η συντριπτική πλειονότητα της πορνογραφίας (και ιδιαίτερα η μαλακή ποικιλία, που παράγεται από τις μεγάλες εταιρικές αυτοκρατορίες των μίντια) είναι απόλυτα τρομακτική, αντανακλά πολύ σεξιστικές καπιταλιστικές αξίες και φαίνεται εξοπλισμένη μόνο για να απευθυνθεί στο τρομακτικότερο, πιο σεξουαλικά καταπιεσμένο, κομφορμιστικό αρσενικό. Έτσι, αν η πορνογραφία ήταν το φαΐ της αγάπης, θα ήταν ένα Μπιγκ Μακ.
Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι αυτά τα μαλακά σκουπίδια διατίθενται ελεύθερα σε κάθε περίπτερο ή ψιλικατζίδικο. Προωθούνται ενεργά από τα κυρίαρχα μίντια και τα δίκτυα διανομής, και αντιμετωπίζονται από το καθεστώς ως αποδεκτά και υποθαλπόμενα από κάποιους από τους πλέον συντηρητικούς θεσμούς. Απ’ την άλλη πλευρά, η σκληροπυρηνική πορνογραφία λογίζεται ως επικίνδυνη, ανατρεπτική και αποτελεί συνήθως αστυνομικό ζήτημα που θα αντιμετωπιστεί με τη νομοθεσία περί άσεμνων εκδόσεων. Ενώ κάποιο υλικό που χαρακτηρίζεται σκληροπυρηνικό μπορεί να είναι αποφασιστικά ζόρικο ή ακόμα και επικίνδυνο, δεν προκαλεί επίσης καμία έκπληξη ότι ένα κομμάτι του πιο ενδιαφέροντος, αντιεμπορικού, ελάχιστα στερεοτυπικά και σεξουαλικά ποικίλου ερωτικού υλικού μπαίνει άνετα κάτω από αυτή την επικεφαλίδα.
Αναρχο-σεξ με τα στοιχειώδη!
Έχοντας πει όλα αυτά, η πορνογραφία (καλή και κακή) είναι απλώς περισσότερο θέαμα, κάτι που θα χρησιμοποιηθεί από τον παθητικό (συνήθως) θεατή. Το σεξ και η σεξουαλικότητα, ωστόσο, δεν είναι περαστικά αλλά πράγματα που κάνουμε, πράγματα στα οποία συμμετέχουμε ενεργά. Κάτι που με οδηγεί στο εξής ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει κάποια αναρχική οπτική του σεξ ή έστω μια αναρχική σεξουαλικότητα;
Το γεγονός ότι κάποιοι αναγνώστες ενδέχεται να διαφωνήσουν έντονα με κάποιο απ’ τα σχόλια που εγείρει το άρθρο, σημαίνει ότι είναι πολύ δελεαστικό να απαντήσω όχι. Επίσης, κάποιος σύντροφος μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι όλα απλώς ένας αντιπερισπασμός από τους κοινωνικούς αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό και τα ταξικά θέματα που αφορούν τα προς το ζην. Ωστόσο, δε νομίζω ότι μια αναρχική οπτική του σεξ και της σεξουαλικότητας είναι κάποιας μορφής αντιπερισπασμός. Συγχρόνως, πιστεύω ότι δεν είναι τόσο μακριά από τα στοιχειώδη ταξικά ζητήματα όσο ενδέχεται να πιστεύουν μερικοί σύντροφοι.
Το φαΐ, το ποτό, μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας και το σεξ είναι όλα βασικές ανθρώπινες ανάγκες. ΟΚ, η έλλειψη σεξ δε σε σκοτώνει γενικά (όπως η πείνα), αλλά το να είσαι σεξουαλικά στερημένος μπορεί σοβαρά να σε γαμήσει ψυχολογικά. Ως προς αυτό, πολλοί ενήλικες συμμετέχουν σε σχετικά συχνή σεξουαλική δραστηριότητα, που φυσικά μερικές φορές πάει πολύ καλά ενώ άλλες δεν είναι και τόσο διασκεδαστική. Ας προστεθεί και το γεγονός ότι πιο ανοιχτές και ποικίλες σεξουαλικότητες καταπιέζονται σθεναρά όχι μόνο από την οικογένεια, την Εκκλησία,το κράτος, το εκπαιδευτικό σύστημα, κοινωνικές ομάδες ομοίων (peergroups), τα μίντια και φυσικά τον καπιταλισμό εν γένει, αλλά επίσης από κάποιους απ’ αυτούς που πρόσκεινται σε φαινομενικά πιο προοδευτικές ιδεολογίες·– επαναστάτες, ριζοσπάστες, αριστεριστές, αναρχικούς και κομμουνιστές.
Συνεπώς, παρ’ ότι δεν είναι ακριβώς πεινασμένοι, υποθέτω ότι μεγάλο μέρος του ενήλικου πληθυσμού του κόσμου είναι τουλάχιστον σεξουαλικά υποσιτισμένος (που οδηγεί σε προβλήματα όπως έλλειψη αυτοπεποίθησης, κατάθλιψη και άλλες ψυχικές ασθένειες, αλκοολισμό, χρήση ναρκωτικών, αυτοκτονία). Οπότε θα έλεγα ότι αυτή η κατάσταση είναι κάτι που αξίζει να διαπραγματευτούν οι επαναστάτες.
Απόκλιση
Υπάρχει επίσης η προαναφερόμενη προβληματική άποψη, ότι δηλαδή κάθε σεξουαλικό καπρίτσιο (που συνήθως κατονομάζεται ως «αποκλίνουσα», «διεφθαρμένη συμπεριφορά» ή «διαστροφή») κατά έναν τρόπο συνιστά προϊόν του καπιταλισμού, γνώρισμα αστών. Αν ισχύει αυτό, τότε το σεξ, η σεξουαλική πρακτική σε μια αναρχική κοινωνία θα είναι μόνο το είδος το οποίο είναι βαθύτατα ριζωμένο στην αναρχοκομμουνιστική κοινωνική πραγματικότητα; Ή, πιο ωμά, αυτό σημαίνει πως από κάθε πιθανή μελλοντική αναρχική-κομμουνιστική κοινωνία θα έλειπαν τα βίτσια, οι σεξουαλικοί εκκεντρισμοί; Προσωπικά τουλάχιστον, ελπίζω πως όχι. Ένα σεξουαλικό μέλλον σαν αυτό με παραπέμπει στην οπτική της παιδικής ηλικίας περί χριστιανικού «παραδείσου», όπου θα πρέπει κανείς να κάθεται σε ένα σύννεφο όλη μέρα παίζοντας την άρπα του. Και, πολύ ορθά, η κόλαση πάντοτε μ’ έλκυε περισσότερο. Χμ… εκτός αν γουστάρει κανείς σεξουαλικές φαντασιώσεις που βασίζονται σε κοινωνικά δίκαια και ισότιμα πάρε δώσε, σούρτα φέρτα μεταξύ του μέλους μιας εργατικής συνέλευσης και του εντεταλμένου τοπικού αντιπροσώπου. Ή ίσως «θα ’λεγε» μια μικρή «μαζική δράση»;
Το σεξ, βέβαια, μπορεί συχνά να αντανακλά κοινωνικές πραγματικότητες, αλλά δεν πρέπει και μπορεί να είναι εντελώς άσχετο με οτιδήποτε γνωρίζουμε ή έχουμε βιώσει. Ας το παραδεχτούμε: το σεξ δε λειτουργεί πάντα πολύ καλά σε ορθολογιστικό και φιλοσοφικό επίπεδο (με εξαίρεση άρθρα όπως αυτό!). Κι οι άνθρωποι κάνουν κάθε είδους ανεξήγητα, παράξενα και εκκεντρικά πράγματα όταν βρίσκονται σε καθαρά σεξουαλική λειτουργία, πράγματα όπως σεξουαλικά παιχνίδια εξουσίας, ανταλλαγή φαντασιώσεων, φετιχισμός, τρανσεξουαλικές δραστηριότητες κ.λπ. Συχνά, οι λόγοι που μας αρέσει να κάνουμε ό,τι κάνουμε δεν μπορούν ακριβώς να εξηγηθούν, ούτε και θα θέλαμε να τους εξηγήσουμε απαραίτητα (μόνο και στο ενδεχόμενο ότι ξαφνικά θα γειώσουμε κάτι που μας συναρπάζει). Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε επιδοθεί (ή θέλουμε να επιδοθούμε) σε ανθυγιεινές σεξουαλικές προτιμήσεις ή δραστηριότητες. Δυστυχώς, παραδοσιακά η ψυχιατρική πρόσφερε φαρμακευτικές αγωγές και ασυλοποίηση σε άτομα (προπαντός της εργατικής τάξης) με οποιεσδήποτε εκκεντρικές και «περίεργες» σεξουαλικές τάσεις. Η αστική κοινωνία στο σύνολό της και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποκαλούν τα αποκλίνοντα αυτά άτομα «διεστραμμένα».
Είναι σημαντικό να μην παγιδευτούμε ποτέ σε αυτή την κατεύθυνση σκέψης. Αν άρχιζαν οι επαναστάτες αναρχικοίνα καταγγέλλουν και να απορρίπτουν οποιοδήποτε άτομο με «μη mainstream» σεξουαλικό προσανατολισμό ή προτίμηση, θα ήταν σκέτη καταστροφή όχι μόνο για τον αναρχισμό ως φιλοσοφία, αλλά και για την τάξη μας και για το μέλλον της ανθρωπότητας. Για μένα, η επαναστατική αναρχική στάση απέναντι στο σεξ και στη σεξουαλικότητα χρειάζεται να περικλείει την πεποίθηση ότι οι σεξουαλικές δραστηριότητες και σχέσεις πρέπει να είναι ασφαλείς, ελεύθερες, πολυτασικές και συναινετικές, αναγνωρίζοντας ότι οι άνθρωποι είναι ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι ή ετεροφυλόφιλοι, μονογαμικοί έως πολυερωτικοί, ανιδιοτελείς ασεξουαλικοί μέχρι αχαλίνωτοι υπερσεξουαλικοί, από χαλβάδες μέχρι ακραία σαδομαζοχιστικοί. Στο τέλος της μέρας, αν υπάρχει μια ασφαλής και αμοιβαία συναινετική δραστηριότητα (όσο παράξενο κι αν φαίνεται), και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη το απολαμβάνουν, τότε πού το πρόβλημα;
Ας ελπίσουμε ότι ο αναρχισμός αποσκοπεί στη σεξουαλική ελευθερία, ειλικρίνεια, τιμιότητα και ισότητα. Και μ’ αυτό δεν εννοώ να επινοεί καθένας συστήματα εκ περιτροπής για να βλέπει ποιανού σειρά είναι να καβαλήσει. Ειλικρίνεια είναι οι άνθρωποι να μπορούν, αληθινά και αυθόρμητα, να εκφραστούν σεξουαλικά, χωρίς να φοβούνται να στιγματιστούν σαν διεστραμμένοι, αποκλίνοντες ή πούστηδες. Όταν πράγματι οι άνθρωποι γίνουν σεξουαλικά ειλικρινείς, κάτι σκατά μπορεί να συμβεί. Κι αυτό, με τον τρόπο του, μπορεί να είναι αρκετά επαναστατικό.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ, ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

η αντιεκλογική προκήρυξη της συνέλευσης αναρχικών για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση, που την βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και στοχευμένη.

Το μεγαλύτερο προσόν  της «δημοκρατίας» σε σχέση με  τη δικτατορία είναι η ικανότητά της να επιβάλει τα ερωτήματα που τη βολεύουν αντί να προσπαθεί με το περίστροφο να εξασφαλίσει τις απαντήσεις.  Η  ιερή στιγμή της δημοκρατίας είναι οι εκλογές:  εκεί που όλοι, εθνικά ομόψυχοι,  αφέντες και δούλοι, πλούσιοι και φτωχοί, σαν να μην τρέχει τίποτα, ισότιμα υποτίθεται, καλούνται να απαντήσουν το μεγαλύτερο και το πιο πλαστό ερώτημα που μπορεί να τεθεί: ποιοι θα είναι οι δικτάτορες για τα επόμενα χρόνια. Ποιοί θα αποτελέσουν την αισχρή εκείνη  μειοψηφία που θα αναλάβει την πολιτική διαχείριση του κράτους, που θα κάνει κουμάντο στην τεράστια πλειοψηφία  και θα εξασφαλίσει τα συμφέροντα του εαυτού της και των νόμιμων μπράβων, των νόμιμων απατεώνων, των νόμιμων ληστών που στην πολιτική γλώσσα λέμε «καπιταλιστές».
Πολιτικοί, θεσμοί, δικαιοσύνη, αφεντικά, υποψήφιοι δικτάτορες, κανάλια, περσόνες, διανοητές, όλος ο συρφετός αυτών που δεν πρόκειται ποτέ να βρεθούν στη θέση μας είναι αυτοί που μας ζητούν να πάμε στις κάλπες, να ψηφίσουμε.
Μας προτρέπουν
  να προσπαθήσουμε ακόμα και να τους γκρεμίσουμε  από το θρόνο τους ρίχνοντας ένα σημαδεμένο χαρτί σε μία κάλπη…
Δεν μπορεί να υπάρχει εχέφρων άνθρωπος που να θεωρεί
  πως μέσα από τη διαδικασία της καθολικής ψήφου και της επιλογής αντιπροσώπων  μπορεί να αλλάξει κάτι εις βάρος του καθεστώτος.  Αντίθετα, η ψήφος είναι ένα συγχωροχάρτι για το παρελθόν και μια λευκή επιταγή για το μέλλον μας, μια δήλωση νομιμοφροσύνης, από εμάς τους εκμεταλλευόμενους προς το κράτος και τους καπιταλιστές. Η θέση μας αυτή ως αναρχικοί/ες,  κάνει σαφές πως  όχι μόνο δεν πρόκειται ποτέ να κατέβουμε σε εκλογές αλλά ούτε και πρόκειται  να «στηρίξουμε» (ευθέως ή με κλείσιμο του ματιού) κανέναν διεκδικητή εξουσίας. Από το αναρχικό κίνημα, κράτος και κεφάλαιο δήλωση νομιμοφροσύνης δεν περιμένουν. Αυτή η πάγια αναρχική θέση, μετά από δεκάδες εκλογικές αναμετρήσεις που έχουμε ζήσει, αν μη τι άλλο, έχει επιβεβαιωθεί…

Μετά τις γενικές θέσεις ας πάμε και στο τώρα, σε αυτές τις εκλογές.
Μπορεί κανείς και καλοπροαίρετα, να μας αντιτείνει πως η κατάσταση, αυτή τη φορά είναι διαφορετική. Δεν θα επιλεγούν μόνο δικτάτορες, θα δοθεί και μήνυμα για την ίδια την πολιτική κατεύθυνση, για το αν θα έχουμε αύριο να φάμε. Γιατί να πάει χαμένη (ακόμα και ως σκουπίδι) η ψήφος;
Εμείς λέμε πως ακόμα περισσότερο σε αυτές τις εκλογές, στις 6
  Μάη 2012,  είναι αναγκαίο να αρνηθούμε την ψήφο.
Μέσα σε 38 χρόνια από την πτώση της χούντας
  οι καταπιεσμένοι είδαμε την κατάρρευση των κομμάτων σαν «δημοκρατικών δυνάμεων» κοινωνικής συσπείρωσης και φορέων ιδεολογίας και την αποκάλυψή τους σαν κλίκες δύναμης και εκκολαπτήρια παραγόντων. Είδαμε  χωρίς μακιγιάζ τι είναι το σύνταγμα, τι είναι νόμοι, δικαστήρια, εξαρτημένες και ανεξάρτητες αρχές. Είδαμε  που καταλήγει η «λαϊκή κυριαρχία», συνηθίσαμε στα δακρυγόνα, αντιληφθήκαμε τι είδους τάξη μας έταζαν. Είδαμε τέλος, μέσα σε 2 χρόνια να εξανεμίζονται τα ιδεολογήματα της «σταθερότητας», της «ευμάρειας», της «σιγουριάς για το μέλλον». Είδαμε να χάνεται ότι κερδήθηκε ακόμα και με αίμα, είδαμε να ζητάνε πίσω με τόκο, μέχρι  και αυτά με τα οποία το καθεστώς εξαγόρασε τη σιωπή και την υποταγή ενός μεγάλου κομματιού των καταπιεζόμενων όλες αυτές τις δεκαετίες.  
Οι εκλογές δεν άλλαξαν τίποτα ως τώρα, ούτε εμπόδισαν τα σχέδια κράτους και κεφαλαίου στο ελάχιστο, κι αυτό είναι πλέον ορατό από όλους, να ο λόγος που κάνει αυτές τις εκλογές κρίσιμες για την εξουσία και τη χαμένη αξιοπιστία της.
Κάθε επιχείρημα, κάθε προπαγάνδα, κάθε εξαγορά, προηγούμενων εκλογών έχει γίνει σκόνη.
Η δημοκρατία κινδυνεύει να μείνει γυμνή.
Χρειάζονται επειγόντως καινούρια διλλήματα, όπως και χρειάζονται και καινούριο πολιτικό προσωπικό , ένα συνολικό πακέτο πολιτικής αξιοπιστίας κατασκευασμένο έν ανάγκη (αφού δεν μπορούν πλέον ούτε από τα σπίτια τους να βγουν) στην αποστείρωση των τηλεοπτικών στούντιο. Και έχουν ήδη ξεκινήσει να το κατασκευάζουν:
Όλος ο μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου από τα ΜΑΤ και τους εισαγγελείς, μέχρι τα ρουσφέτια και τα έκτακτα νομοσχέδια και πάνω από όλα τα
Media, στοχεύουν στην επιβολή εκείνων των νέων διλλημάτων που θα εκβιάσουν τη συμμετοχή μας στη δημοκρατική αρένα.
Μπροστά στην αποτυχία μιας ολόκληρης περιόδου, αλλά και μπροστά σε μια νέα, ακόμα πιο επίπονη περίοδο που έρχεται, η πολιτική και οικονομική εξουσία προσπαθεί να εμπλέξει ξανά, και να καταστήσει συνυπεύθυνη όλη την καταπιεζόμενη κοινωνία.
Είναι εύκολο να το δει κανείς στην ίδια τη φύση των διλλημάτων: Μέσα ή έξω από την Ευρώπη (δηλαδή με ποια υπερδύναμη θα μοιράζεται το ρόλο του νυχτοφύλακα των καπιταλιστικών συμφερόντων
  η ελληνική κυβέρνηση), ευρώ η δραχμή (ποιοι κλάδοι του κεφαλαίου θα ωφεληθούν περισσότερο από την κατάρρευση των μισθών και την εκποίηση του δημόσιου πλούτου με οποιοδήποτε νόμισμα) και φυσικά «μνημόνιο ή αντιμνημόνιο», δηλαδή αν η εξελισσόμενη κοινωνική πτώχευση θα επιτηρείται (προς όφελος των ίδιων πάντα συμφερόντων) από τους «καθωσπρέπει» διεθνείς μηχανισμούς ή θα ξανααναλάβουν αυτό το πόστο οι εγχώριοι τοποτηρητές.
Και το «καλό δίλλημα» έχει πάντα και «τρομακτικές συνέπειες» αν απαντηθεί λάθος: μια βιομηχανία τρομοκρατίας με επικείμενα στρατιωτικά πραξικοπήματα, διεθνείς επεμβάσεις, εθνικούς κινδύνους, λοιμούς, κοινωνική ζούγκλα, έχει αρχίσει να παράγει μαζικά φόβο. Πότε άμεσα και εξόφθαλμα, πότε ύπουλα και έμμεσα: εγκληματικότητα, μετανάστες, πόλεμος των άκρων …
Προσβλητικά
  χοντροκομμένη αυτή η προπαγάνδα  επενδύει στον αποπροσανατολισμό που έχει επιφέρει ο καταιγισμός των τελευταίων 2 χρόνων στους καταπιεσμένους, βασίζεται πάνω από όλα στη διάλυση του κοινωνικού ιστού και της αποδυνάμωσης των δομών κοινότητας και των πεδίων ζύμωσης και αλληλεγγύης μέσα στην κοινωνία και του φόβου που παράγει αυτή η διάλυση
Αυτή ακριβώς την πραγματικότητα αδυναμίας των καταπιεσμένων θέλει να επισφραγίσει με τις εκλογές αυτές το καθεστώς. Και σε αυτήν να στηρίξει τη νέα μακροπρόθεσμη στρατηγική της: με ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, με πολυδιάσπαση του δικομματισμού και την παραγωγή κομμάτων για κάθε γούστο.
Το να εμποδίσουμε κράτος και κεφάλαιο να χτίσουν ένα νέο προφίλ-εργαλείο για τη συνέχιση της επίθεσής τους, το να τους αφήσουμε γυμνούς, χωρίς διλλήματα στα χέρια τους,
  είναι κομβικό σημείο στην εξέλιξη του κοινωνικού πολέμου.
Αντισυστημική ψήφος δεν υπάρχει, όπως και δεν υπάρχει δύναμη επαναστατικής ανατροπής που να μετράει τον εαυτό της με εκλογικά ποσοστά.
Αυτοί που μας λένε πως «γιατί να πάει χαμένη μια ψήφος, ας πέσει σε μια ανατρεπτική δύναμη» δεν θέλουν να αντιληφθούν πως ακόμα περισσότερο αυτή τη φορά η κάθε ψήφος θα πέσει στην κάλπη του συστήματος. Θα δώσει ζωή και αξιοπιστία σε έναν νέο κλώνο του με διαφορετικό χτένισμα
Αυτοί που από την άλλη, όψιμα, μας επισείουν τον κίνδυνο της φασιστικής εφεδρείας (και που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν γραφικό και συμμορίτικο τον αντιφασιστικό αγώνα) ξεχνούν πως ο φασισμός δεν νικιέται στα έδρανα, νικιέται στην κοινωνική βάση και στο πεζοδρόμιο, ξεχνούν πως η «νομιμοποίηση» των φασιστών θα γίνει από αυτούς τους ίδιους όταν θα συνομιλούν μαζί τους
  στην ίδια αίθουσα  όπως ήδη το κάνουν σε μικρότερες αίθουσες εξουσίας.
Καλούμε τον κάθε καταπιεζόμενο και εκμεταλλευόμενο να απέχει από την εκλογική διαδικασία. Καλούμε τον καθένα και την καθεμιά να κάνει μια ρητή και ξεκάθαρη επιλογή
  άρνησης του στημένου δημοκρατικού παιχνιδιού και απαξίωσης στις μαριονέτες του.
Να ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι: οι εκλογές είναι η πρόφαση της κυριαρχίας κράτους και καπιταλιστών. Και η άρνηση τους δεν μπορεί παρά να είναι βήμα σε μια μακριά σειρά αρνήσεων και καταφάσεων. Η αποχή του απολίτικου, η αποχή της αδιαφορίας, η αποχή που τελικά θέλει να ψωνίσει
  σωτηρία από άλλο «μαγαζί»  (πχ στρατός, βασιλιάς, τεχνοκράτης), η αποχή της μοιρολατρίας είναι το ίδιο υποτακτική με την ψήφο.
Για αυτό και εμείς μιλάμε για ενεργό αποχή.
Μια τέτοια αποχή είναι πηγή φόβου για την εξουσία, είναι πλεονέκτημα στα χέρια μας τις μέρες που έρχονται. Και ας μην αμφιβάλουμε δεν μπορούμε να αφήσουμε κανένα πλεονέκτημα να πάει χαμένο.
Κανείς μας δεν μπορεί να διαφύγει από την ανάγκη να λειτουργήσουμε ως κοινωνία, να πάρουμε αποφάσεις, να παράγουμε και να μοιραστούμε πλούτο. Κανείς δεν θα κρυφτεί για πάντα πίσω
  από μία τηλεόραση. Για εμάς η άρνηση του συστήματος συνεπάγεται την άμεση δημιουργία, στην κοινωνική βάση, αυτοοργανωμένων δομών σε μαζική κλίμακα που θα γίνουν κοινότητες αγώνα, κοινότητες αντιθέσμισης, κοινότητες επανοικειοποίησης του δημόσιου πεδίου,  κοινότητες παραγωγής και κατανάλωσης. Η αποχή από τις εκλογές, για να είναι πράξη άρνησης πρέπει να σταθεί πλάι με τη δημιουργία λαϊκών συνελεύσεων σε κάθε γειτονιά, στις πόλεις και τα χωριά. Συνελεύσεων που γίνουν πολιτικοί πυρήνες, πόλοι τοπικής συσπείρωσης και ζύμωσης, δυνάμεις ανακατάληψης και λειτουργίας δημόσιου, τόποι έμπρακτης   ανασύστασης κοινωνικού ιστού.
Πρέπει να σταθεί πλάι
  με ένα κίνημα ανέργων που θα συναντηθεί με τους τοπικούς αγώνες και τις δομές τους. Με το πνεύμα της αλληλεγγύης και της ταξικής συνείδησης στους χώρους δουλειάς, με δίκτυα αλληλεγγύης με αυτοοργάνωση της κοινωνικής πρόνοιας για παιδιά, γέρους, άρρωστους, Αμεα, με μια αυτόνομη εσωτερική οικονομία ανάμεσα στους καταπιεσμένους, χωρίς εκμετάλλευση και ανισότητα, μια οικονομία που θα αρχίσει να εκ νέου να παράγει στην πόλη και την ύπαιθρο
Πρέπει να σταθεί πλάι σε ένα νέο, εμπόλεμο συνδικαλιστικό κίνημα βάσης που με το ένα μάτι θα πρέπει να κοιτάει προς τη γενική απεργία διαρκείας
  και με το άλλο στη λειτουργία, τον έλεγχο και τη διανομή της παραγωγής.
Πρέπει να πάει μαζί με την ενεργό πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και σράτευση. Πρέπει η αγανάκτηση, η οργή, η απογοήτευση να συλλογικοποιηθούν, να αποκτήσουν όραμα και δύναμη να το πραγματοποιήσουν.
Στη δουλειά, στη γειτονιά, στο σχολείο, το πανεπιστήμιο, σε κάθε τόπο που οι καταπιεσμένοι συναντώνται και ζουν πρέπει να στηθούν δομές που να εκκινούν αγώνες, να τους κλιμακώνουν, να ωθούν προς την γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθυνση.
Για να ξεπεράσουμε επιτέλους την αντίληψη που θεωρεί το κράτος ως τη λογική συνέπεια της υποτιθέμενης ανικανότητας
  όλων μας να αυτοδιευθυνθούμε.
Για να ξεπεράσουμε επιτέλους την αντίληψη που θεωρεί τους καπιταλιστές απαραίτητους ως λογική συνέπεια της ανικανότητας όλων μας να μοιράσουμε δίκαια τον πλούτο που παράγουμε.
Για να απαντήσουμε στο μοναδικό αληθινό δίλλημα: καπιταλισμός ή επανάσταση.


Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

“ΜΕ ΤΟΝ ΒΙΑΣΤΗ ΣΟΥ ΔΕΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΕΣΑΙ ΤΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ”!!!



Με αφορμή όσα διαβάζω και όσα ακούω στα Μ.Μ.Ε. τις τελευταίες ημέρες (και κρατιέμαι με νύχια και με δόντια για να μην προσβάλλω κανέναν…αλλά δεν ξέρω πόσο θα αντέξω)….Εκτός από τις εκλογές και τον ψηφοζητουλισμό υπάρχει και η ουσιαστική διεκδίκηση της ζωής!
Το δίλημμα «ναι ή όχι στο μνημόνιο» και κατά συνέπεια όλες αυτές οι «τακτικές» που προτείνονται από διάφορους κομματικούς ή εκλογικούς σχηματισμούς είναι πολιτικά αδόκιμο, τελείως αποπροσανατολιστικό, αλλά κυρίως είναι επικίνδυνο.
Αρχικά, επειδή έτσι ανάγεται η στάση απέναντι στα ήδη ψηφισμένα αντιλαϊκά μέτρα ως το κύριο κριτήριο διαχωρισμού, ενώ αυτό είναι απολύτως επουσιώδες και έπειτα, επειδή έτσι αποκρύπτεται η σχέση που υπάρχει μεταξύ αιτίας (καπιταλιστικό σύστημα) και αποτελέσματος (π.χ. μνημόνιο). Με αυτόν τον τρόπο, αντί να διαμορφώνεται η ταξική συνείδηση -σε συγκυρίες που είναι ευνοϊκές για να διαμορφωθεί (εάν όχι τώρα πότε;;;) – ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου και πάλι εγκλωβίζεται σε «μετριοπαθή όνειρα» (π.χ. επαναδιαπραγμάτευση χρέους -πιο επικίνδυνη ηλιθιότητα από αυτή δεν έχω ακούσει δεδομένου ότι ουσιαστικά δεν έχεις κανένα διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια σου, χώρα της καπιταλιστικής περιφέρειας είσαι και η “τύχη” σου έχει προαποφασιστεί από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις – κ.λ.π.) και δεν ριζοσπαστικοποιείται. Και όπως λέει και  ο Γιώργος ο Ρούσσης “ΜΕ ΤΟΝ ΒΙΑΣΤΗ ΣΟΥ ΔΕΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΕΣΑΙ ΤΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ”!!!
Ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου, λοιπόν, διαμορφώνει ψευδαισθήσεις (ψευδαισθήσεις που θα είναι -όπως είναι φυσικό- επιφανειακές, ευκαιριακές και μικρής διάρκειας με συνέπεια να ακολουθήσει η απογοήτευση με τα γνωστά αποτελέσματα που αυτή έχει π.χ. κοινωνική απομόνωση, πολιτική απάθεια κ.λ.π.) ότι εάν απομακρυνθούν οι πολιτικάντηδες/”προδότες” τα προβλήματα του λαού θα “λυθούν”.  Εδώ, διαπιστώνεται ένα άλλο στοιχείο αποπροσανατολισμού, δεδομένου, ότι “προδίδεις, κάτι στο οποίο ανήκεις”. Επιμελώς όμως, αποκρύπτεται ότι αυτοί οι τύποι δεν ήταν ποτέ “δικοί μας”, οι εξουσιαστές μας ήταν και είναι οπότε δεν έχει νόημα να μιλάμε για προδοσία!
Μια άλλη ψευδαίσθηση που καλλιεργείται είναι ότι «εάν τιμωρηθούν τα λαμόγια που κατασπατάλησαν το δημόσιο χρήμα» (π.χ. κωμωδία Τσοχατζόπουλου) η κατάσταση θα βελτιωθεί και θα ζήσουμε και πάλι «ήσυχοι και με αξιοπρέπεια».
Τέτοιου είδους “μέθοδοι” – και αυτό είναι το χειρότερο όλων – ανοίγουν τον δρόμο για κατάπτυστες «συμμαχίες» που όχι μόνο δεν έχουν εκ των πραγμάτων κανέναν στρατηγικό στόχο –γι’ αυτό είναι προορισμένες σύντομα να αποτύχουν- αλλά απενοχοποιούν στην ατομική και την συλλογική συνείδηση φασίστες (π.χ. “ανησυχούν” κάποιοι πολύ με την άνοδο της “αντιμνημονιακής”, επίσης, Χρυσής Αυγής!!!), φιλελεύθερους (π.χ. Καμμένος), νεοφιλελεύθερους (π.χ. Μάνος) και όλους εκείνους που ο λαός θα έπρεπε να τους αντιλαμβάνεται ως εχθρούς και να τους πολεμάει.
Γνωρίζω ότι σε τέτοιου είδους κοινωνίες υπάρχει από την άρχουσα τάξη χειραγώγηση των λέξεων με αποτέλεσμα να μην κατανοεί κανείς την σημασία τους οπότε η κατηγοριοποίηση “δεξιός/αριστερός” δεν εκφράζει τίποτα, πια. Και όπως λέει και ο Εντουάρντο Γκαλεάνο “για να ανακτήσουν οι λέξεις το νόημά τους, πρέπει να αρχίσουμε από τις πράξεις: πες μου τι κάνεις για να σου πω ποιος είσαι, ακόμα κι αν πεις ότι δεν είσαι αυτό που είσαι”….

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Μετανάστες, στρατόπεδα συγκέντρωσης και ο πρωτοφανής εκφασισμός της κοινωνίας


Αναδημοσίευση από τη Λέσχη
 
Τις τελευταίες ημέρες, αντί να μονοπωλεί το δημόσιο διάλογο το πού μας πηγαίνει η πολιτική των μνημονίων (πρόσφατα εκπρόσωποι της τρόικα δήλωσαν ότι στόχος είναι μισθοί και συντάξεις Βουλγαρίας, δηλαδή επιπέδου 150 ευρώ!), το μόνιμο θέμα στα ΜΜΕ είναι οι μετανάστες. Με τις εκλογές μάλλον στις αρχές του επόμενου μήνα, προφανώς κάποιους τους συμφέρει να ψηφίσουμε με κριτήριο το ποιος θα είναι πιο αμείλικτος απέναντι στους εξαθλιωμένους μετανάστες και όχι το πώς θα αποφύγουμε να βρεθούμε και οι υπόλοιποι στην ίδια θέση – γιατί, μην έχετε καμία αμφιβολία, η σημερινή εικόνα των μεταναστών είναι τα «προσεχώς» από το (κοντινό) μέλλον όλο και περισσότερων Ελλήνων αν συνεχιστεί η ίδια πολιτική και δεν πετάξουμε άμεσα στον κάλαθο των αχρήστων τα βασικά εργαλεία που την επιβάλλουν, όπως το τοκογλυφικό χρέος και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο είναι και κάτι παραπάνω από ένα προεκλογικό τρικ: ο εκφασισμός (ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη) της ελληνικής κοινωνίας έχει αρχίσει χρόνια τώρα. Τα συμπτώματα τα βλέπουμε: Πρώτα μπήκε το ΛΑΟΣ στην κεντρική πολιτική σκηνή, πρόσφατα και στην κυβέρνηση και τα υπουργεία, ενώ σύντομα όλα δείχνουν ότι θα έχουμε στη βουλή, ως… εκπροσώπους του λαού, τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Ποιος θα το περίμενε ότι, στον τόπο που είχε 600.000 νεκρούς από τη φρίκη του ναζισμού, μερικές δεκαετίες μετά θα βρίσκονταν άνθρωποι που να θέλουν να κάνουν τους ναζί βουλευτές;
Και δυστυχώς δεν πρόκειται απλά για μία μπερδεμένη μειοψηφία. Η αναισθητοποίηση, ο εκφασισμός και η ανθρωποφαγία διαπερνούν όλα σχεδόν τα πολιτικά και κοινωνικά στρώματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Πριν λίγες μέρες ο δήμαρχος της Κορίνθου Αλ. Πνευματικός δήλωσε ότι δε θα ανεχθεί στρατόπεδο συγκέντρωσης στην πόλη όχι επειδή είναι κατά των στρατοπέδων συγκέντρωσης αλλά απλώς επειδή δεν το θέλει εδώ! Και είπε χαρακτηριστικά ότι οι μετανάστες «κυκλοφορούν προκλητικά στο κέντρο της πόλης»! Μήπως είναι πρόκληση για τον κ. Δήμαρχο και το ότι κάποιοι… αναπνέουν;
Κέντρα φιλοξενίας ή στρατόπεδα συγκέντρωσης;
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: μακάρι να γίνουν κέντρα φιλοξενίας. Κέντρα δηλαδή όπου όσοι έχουν ανάγκη (όχι μόνο μετανάστες αλλά και ντόπιοι – η φτώχια στην εποχή της κρίσης δεν κοιτάει καταγωγή) θα μπορούν να βρουν ένα πιάτο φαγητό και ένα κρεβάτι να κοιμηθούν. Είναι το λιγότερο που μπορεί να προσφέρει μια ανθρώπινη κοινωνία στα φτωχότερα μέλη της, και αυτό είναι ένα μέτρο που όντως καταπολεμά την εγκληματικότητα. Δε μιλάμε όμως για κάτι τέτοιο και άρα κακώς λέγονται, υποκριτικά, «κέντρα φιλοξενίας». Πρόκειται ξεκάθαρα για ναζιστικής έμπνευσης στρατόπεδα συγκέντρωσης ή φυλακές. Γιατί όμως να φυλακιστούν αδιακρίτως όλοι οι μετανάστες που δεν έχουν χαρτιά; Ποιο είναι το έγκλημα που έκαναν, για το οποίο πρέπει να προφυλαχθεί η υπόλοιπη κοινωνία από την παρουσία τους; Λήστεψαν, σκότωσαν, βίασαν; Αυτά είναι εγκλήματα για τα οποία όντως πρέπει να λαμβάνονται μέτρα. Το να μην έχεις χαρτιά όμως ΔΕΝ είναι έγκλημα. Είναι στην ουσία μία διοικητική παράβαση η οποία δεν έχει κανένα αντικειμενικό μέτρο σύγκρισης: το αν σκότωσες ή δε σκότωσες είναι κάτι το αντικειμενικό. Το αν δικαιούσαι ή όχι άδεια παραμονής είναι κάτι που καθορίζεται αυθαίρετα από την κυβέρνηση. Ποιος μας δίνει το δικαίωμα να στερήσουμε την ελευθερία δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων συνανθρώπων μας επειδή η κυβέρνηση και η Ε.Ε. έχουν αποφασίσει οι άδειες παραμονής να δίνονται με το σταγονόμετρο; Και ποιος μας δίνει το δικαίωμα να παρακολουθήσουμε απαθείς να χτίζονται στρατόπεδα συγκέντρωσης δίπλα μας χωρίς να αντιδράσουμε; Είναι τεράστια ώρα ευθύνης για όλους μας, αν θέλουμε να λεγόμαστε δημοκράτες – ή απλά άνθρωποι…
Μα, δεν είναι πρόβλημα οι μετανάστες;
Όχι, οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα. Αλίμονο αν βλέπουμε τους ανθρώπους σαν πρόβλημα. Πρόβλημα είναι η φτώχια και η εξαθλίωση που οδηγούν μεταξύ άλλων και στην εγκληματικότητα – και αυτά δεν έχουν εθνικότητα. Άλλωστε είναι μύθος το ότι για την εγκληματικότητα ευθύνονται κατά κύριο λόγο οι μετανάστες: σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., από τους συλληφθέντες για κλοπές και διαρρήξεις το 2011 μόλις το 43,7% ήταν αλλοδαποί, και αυτοί κυρίως από βαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές χώρες! Και έστω ότι, με ένα μαγικό τρόπο, εξαφανίζουμε όλους τους μετανάστες. Πιστεύει κανείς πραγματικά ότι έτσι θα αντιμετωπιστούν όλα τα προβλήματά μας; Αν μπούμε στη λογική να βρούμε ποιοι… «περισσεύουν», θα σταματήσουμε εκεί; Οι έλληνες άνεργοι, που στις μικρότερες ηλικίες ξεπερνούν πλέον το 50%, δε θα περισσεύουν – και δεν θα είναι εν δυνάμει εγκληματίες; Θα τους μαντρώσουμε κι αυτούς προληπτικά για να μην εγκληματίσουν; Είναι προφανές ότι μια τέτοια λογική δεν οδηγεί πουθενά. Θα θυμόμαστε, άλλωστε, πριν από μερικά χρόνια το πόσο παρουσιαζόταν σαν πρόβλημα η υπογεννητικότητα… αν δηλαδή αυτό είχε αλλάξει και οι σημερινοί 20άρηδες που αναζητούν μια καλύτερη τύχη στη χώρα μας ήταν Έλληνες, θα αποτελούσαν πάλι πρόβλημα; Και τότε με τι κριτήριο θα τους μαντρώναμε;
Υπάρχει λύση χωρίς ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης;
Κι όμως, υπάρχει ανθρώπινη λύση. Η αριστερά και οι αντιρατσιστικές οργανώσεις την περιγράφουν εδώ και χρόνια, αλλά οι κυβερνώντες συνεχίζουν να την αγνοούν και να μετατρέπουν συνειδητά τη χώρα σε αποθήκη ψυχών, για να έρθουν σήμερα υποκριτικά να οδύρονται ότι «δεν πάει άλλο». Οι μετανάστες, όπως και όλοι, θέλουν να δουλέψουν για να ζήσουν. Εδώ σήμερα, όπως μας κατάντησαν για χάρη των τραπεζών και του μεγάλου κεφαλαίου, δεν υπάρχουν δουλειές και γι’αυτό οι περισσότεροι θέλουν να φύγουν. Η λύση λοιπόν δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει τη χορήγηση νόμιμων χαρτιών και την αθέτηση της ευρωπαϊκής οδηγίας Δουβλίνο ΙΙ ώστε να πάνε σε χώρες όπου μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς (η συγκεκριμένη οδηγία, την οποία έχουν υπογράψει οι ελληνικές κυβερνήσεις, λέει ότι όσοι μετανάστες βρεθούν σε οποιαδήποτε χώρα της Ε.Ε. χωρίς χαρτιά επαναπροωθούνται στη χώρα εισόδου τους – δηλαδή σχεδόν πάντα στην Ελλάδα, καθώς δεν πέφτει κανείς με… αλεξίπτωτο απευθείας στη Γερμανία ή την Ολλανδία!). Ακόμα και γι’αυτούς που θα μείνουν εδώ, η νομιμοποίηση θα βοηθήσει στο να μη «ρίχνουν τα μεροκάματα», όπως τους… κατηγορούν κάποιοι για την εκμετάλλευση που υφίστανται από τους εργοδότες λόγω ακριβώς της τυπικής ανυπαρξίας τους για το ελληνικό κράτος!
Κλείνοντας, είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό είναι το πραγματικό, αποκρουστικό πρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ε.Ε. δεν είναι και ούτε μπορεί να γίνει το «σπίτι των λαών». Είναι ο αντιδημοκρατικός μηχανισμός που προωθεί τον ανταγωνισμό μεταξύ των λαών για να ρίχνει τα μεροκάματα και να καταργεί τα εργασιακά δικαιώματα για τα οποία χύθηκε αίμα, που ξεπουλά τη δημόσια περιουσία για χάρη των τοκογλύφων, που σπέρνει το φόβο για να καθηλώσει και να αποπροσανατολίσει τους λαούς και που μαντρώνει αθώους ανθρώπους σε φασιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η πάλη για τη διάλυση της Ε.Ε. δεν έχει να κάνει με κανενός είδους εθνικιστικό παραλήρημα – αντίθετα, είναι διεθνιστικό μας καθήκον. Να πούμε όχι στη μισαλλόδοξη και φοβική Ευρώπη-φρούριο της τραπεζικής χούντας και της εξαθλίωσης, ναι στην Ευρώπη των λαών της ευημερίας και της ειρηνικής συνύπαρξης και συμφιλίωσης. Ο δεύτερος δρόμος φαίνεται πιο δύσκολος, μακριά από το λαϊκισμό της λογικής των αποδιοπομπαίων τράγων – όμως είναι και ο μόνος αξιοπρεπής και ανθρώπινος. Ας τον επιλέξουμε – στο χέρι μας είναι.
shortlink: http://wp.me/p1pa1c-gI8