Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΣΤΕΓΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ-ΣΤΕΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΠΡΟΧΕΙΡΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΣΥΖΗΤΗΣΗ.

η βίλα αμαλίας

Magnify Image
κατάληψη πάτμου και καραβία
Με εφόρμηση την επίθεση που ξεκίνησε το κράτος στο κίνημα των καταλήψεων απο τις 20 δεκέμβρη με την είσοδο στην βίλα αμαλίας και παραθέτουμε το αξιόλογο κείμενο του Παναγίωτη Καλαμαρά το οποίο γράφτηκε το 2005 που μπορεί να βρεθεί στον ιστόχωρο της ελευθεριακής κουλτούρας
κατάληψη δέλτα/ θεσσαλονίκη
Magnify Image
έπαυλη κούβελου
Είναι πολύ δύσκολο να αναφερθείς σε λίγες γραμμές σε μια ιστορία που κοντεύει τώρα πια να κλείσει 25 χρόνια (αν σκεφτούμε ότι η πρώτη κατάληψη στέγης-στέκι έγινε το 1981 στην Αθήνα, στην οδό Βαλτετσίου στα Εξάρχεια και καταλήψεις συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, Βίλλα Αμαλίας Αχαρνών και Χέυδεν, Λέλας Καραγιάννη στην Κυψέλη, Στέκι Άνω Κάτω Πατησίων, Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Περιστερίου, κολεκτίβα “Λίλη”, Λέσχη Κατασκόπων στη Φερρών και Φυλής) και η οποία εν πολλοίς παραμένει άγνωστη ακόμη και σε αρκετούς από τους οποίους θα λέγαμε ότι έχουν «έννομο συμφέρον» να τη γνωρίζουν (και δεν εννοούμε βεβαίως αστυνομία και ιδιοκτήτες). Η ευθύνη γι’ αυτό βαρύνει αρκετές πλευρές και σε σημαντικό βαθμό και τους ίδιους τους φορείς αυτών των εγχειρημάτων, που βάσει μιας ιδιόμορφης εκδοχής του «εδώ και τώρα», φαίνεται να αποκλείουν την ιστορική διάσταση της προσπάθειάς τους, θεωρώντας ίσως ότι η καταγραφή και η αποτίμηση συνιστούν στοιχεία ενηλικίωσης ενός κινήματος που αρνείται επίμονα να μεγαλώσει και συνεχώς θέλει να εμφανίζεται (και να είναι) νέο, δυναμικό, ακμαίο. Η ενηλικίωση παρόλα αυτά συμβαίνει, γι’ αυτό η γενεαλογία γίνεται απαραίτητη συνθήκη για περαιτέρω επεξεργασία και διερώτηση, ανίχνευση στόχων και προοπτικών, αλλά αυτά δεν αφορούν τον «πρόχειρο οδηγό» , έτσι σταματώ εδώ. Πάντως απ’ αυτή τη «νεανικότητα» θα ήθελα να ξεκινήσω, γιατί ακριβώς αυτή συμβαδίζει και με την καινοτομία ενός εγχειρήματος , που μέχρι τότε (δηλαδή το 1981) δεν το είχαμε ξαναδεί στην Ελλάδα. Η αριστερά (σε όλες τις εκδοχές της) ενταγμένη πλήρως σε μια λογική «λεγκαλισμού» μετά την ήττα του εμφυλίου, δεν διανοήθηκε ποτέ να περάσει σε «παράνομες» πρακτικές αγώνα που αφορούν ζητήματα της καθημερινής ζωής (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με τη στέγαση, που στην Αθήνα μετεμφυλιακά το πρόβλημα ήταν ιδιαιτέρως οξυμένο και ουσιαστικά λύθηκε μέσα από τον «θεσμό» της αντιπαροχής) και έπρεπε να έρθει μια νέα αντίληψη της πολιτικής που την υπερέβαινε από τα αριστερά της (και σχηματικά θα την ονομάσουμε αναρχική-αυτόνομη) για να μπουν τέτοια ζητήματα στην ημερησία διάταξη. Αυτή η αντίληψη που έλκει την καταγωγή της από τον Μάη του ’68 και συνδέεται άμεσα με τα κινήματα της δεκαετίας του ’70 στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, πρωτοεμφανίζεται κεντρικά στα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973 και κάνει την πλέον δυναμική της παρουσία στις καταλήψεις των πανεπιστημίων με αφορμή τον ν.815 στα τέλη του 1979. Μιλάμε για τους περίφημους «αναρχοαυτόνομους», οι οποίοι υφίστανται συντριπτική ήττα στο Πολυτεχνείο του 1980, όταν η «ουρά των 10000 προβοκατόρων» αδυνατεί να απαντήσει ουσιαστικά στις δολοφονίες της αστυνομίας και στην καταστολή του ΚΚΕ. Ένα τμήμα αυτού του χώρου σκέφτεται (περισσότερο συναισθάνεται παρά σκέφτεται με την έννοια ενός

η κατάληψη πατησίων&σκαραμαγκά
συγκεκριμένου υπολογισμού) πως πέρα από τη σύγκρουση στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή, υπάρχουν και οι υπόλοιπες στιγμές της καθημερινότητας μέσα στον ιστό της μητρόπολης, που δεν μπορούμε να τις περνάμε στην αδράνεια κι έτσι αποφασίζει να περάσει το κατώφλι και να προχωρήσει στο δικό της «Σέργουντ», στα Εξάρχεια, στο στήσιμο ενός πολιτικο-πολιτιστικού οχυρού: η κατάληψη της οδού Βαλτετσίου δεν θα κρατήσει πολύ, θα κατασταλεί σκληρά από την αστυνομία, αλλά θα αποτελέσει παρακαταθήκη για το μέλλον. Αφού κάναμε το πρώτο βήμα, μπορούμε κάτι ανάλογο και στο μέλλον, γιατί όχι. Βέβαια το επόμενο εγχείρημα θα αργήσει μερικά χρόνια (πρόκειται για το κτίριο της Χ. Τρικούπη το 1985), όμως σημασία έχει ότι η λογική της αυτοδιεύθυνσης της καθημερινότητας έχει περάσει στην ημερησία διάταξη αυτού του κοινωνικο-πολιτικού χώρου, δεν αποτελεί πλέον απλό σύνθημα, γίνεται και πράξη. Άλλωστε, μπορεί με μια έννοια να προβληθεί και στην υπόλοιπη κοινωνία: πάρτε τη ζωή σας στα χέρια σας, ξεκινώντας από την κάλυψη μιας από τις βασικότερες ανάγκες του ανθρώπου: το σπίτι. Το διάστημα 1984-1989 είναι εξαιρετικά σημαντικό για τον χώρο της αντιεξουσίας: στο Κάραβελ τον Δεκέμβρη του 1984, σημαντικός αριθμός των διαδηλωτών του αναρχικού μπλοκ συγκρούεται σώμα με σώμα με την αστυνομία, παίρνοντας κατά κάποιο τρόπο ρεβάνς για το ’80. Ολόκληρο το 1985 συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά, με αποκορύφωμα την κατάληψη του Χημείου την Άνοιξη και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη με τη δολοφονία Καλτεζά. Έχει διαμορφωθεί μια σκληροτράχηλη, σχιζο-μητροπολιτική προλεταριακή γενιά, που διεκδικεί την παρουσία της στο κέντρο της αναδυόμενης μητρόπολης μ’ έναν «άγριο» συγκρουσιακό τρόπο: ο βασικός της άξονας είναι η αντίσταση απέναντι στην κρατική καταστολή που είχε ξεκινήσει με την «επιχείρηση Αρετή» στα Εξάρχεια, αλλά ουσιαστικά απ’ όλη αυτή την αντιπαράθεση αναδεικνύεται η ύπαρξη μιας νεολαίας (κάποιοι θα την ονομάσουν «άγρια») που δεν ενσωματώνεται στον σοσιαλδημοκρατικό χυλό, ο οποίος έχει αρχίσει να επιβάλλεται ποικιλοτρόπως. Έχει τη σημασία του το ότι αυτή η νεολαία ανεμίζει τη σημαία με το άλφα σε κύκλο και αναζητεί τις ιδεολογικές της αναφορές της τόσο στην κλασική θεωρία του αναρχισμού (σε μικρότερο βαθμό) όσο και στα πιο σύγχρονα ρεύματα που γεννήθηκαν μετά το 1968 (κυρίως την ιταλική εκδοχή της Αυτονομίας, αυτή της Γερμανίας, αλλά και το γαλλικό ρεύμα του σιτουασιονισμού) , όπως έχει τη σημασία του και το πολιτιστικό υπόβαθρο (κυρίως το μουσικό, με το πανκ και το χαρντκορ), αλλά ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ο ουσιαστικά καινοτόμος χαρακτήρας για την Ελλάδα αυτών των υποκειμενικοποιήσεων: η δεξιά τις κατατάσσει στην κλασσική «αλητεία» και ζητά την άμεση καταστολή τους προς υπεράσπιση της περιουσίας των νοικοκυραίων, η αριστερά τις εντάσσει χωρίς μεγάλο δισταγμό στους «προβοκάτορες», ενώ το ΠΑΣΟΚ κινείται ανάμεσα στην καταστολή και την ενσωμάτωση (που το καλοκαίρι του 1985 δείχνει τα όρια της στη συναυλία του υφυπουργείου Νέας Γενιάς στο Παναθηναϊκό στάδιο, όταν ξεσπούν συγκρούσεις με με τα ΜΑΤ, που σπεύδουν ασθμαίνοντα να επιβάλλουν την τάξη). Η μαζικότητα αυτού του ρεύματος δεν είναι μεγάλη, όμως ο δυναμικός χαρακτήρας του και κυρίως η επιμονή του να δρα στο κέντρο της μητρόπολης (χωρίς πάντως ποτέ να διαβεί τα όρια και να εισβάλλει στο μπουρζουάδικο Κολωνάκι) το καθιστά σημαντικό παράγοντα εξελίξεων, ενώ η ουσιαστική εξαφάνιση της άκρας αριστεράς το αναδεικνύει και στον πιο ουσιαστικό εκφραστή του ανταγωνιστικού ριζοσπαστισμού πέρα της παραδοσιακής αριστεράς. Η καταστολή που θα επακολουθήσει απέναντι στον αναρχικό χώρο (κυρίως μετά τα γεγονότα των διαμαρτυριών για το Τσέρνομπιλ και αυτά της Καλογρέζας με τη δολοφονία από τους αστυνομικούς του Μ. Πρέκα), αλλά και το διαφαινόμενο αδιέξοδο της σύγκρουσης για τη σύγκρουση, θα στρέψει ένα τμήμα του μάγματος στην ανάγκη ριζώματος στο χώρο κι έτσι την περίοδο 1988-1991 θα έχουμε ένα μικρό καταληψιακό κύμα: Λέλας Καραγιάννη στην Κυψέλη (από ένα σημείο και μετά πιο κοντά στον εξεγερσιακό αναρχισμό), Κεραμεικού και Μυλλέρου (ίσως η πιο «αυτόνομη»), Βίλλα Αμαλίας (κλασσική «αναρχοπάνκ»), Φυλής και Φερρών (που θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιλαμβάνει όλες τις τάσεις), Ακομινάτου («διάδοχο» σχήμα της Χ. Τρικούπη, που καταστέλλεται βίαια και επανειλημμένα). Στη διάρκεια της κατάληψης του Πολυτεχνείου για τρεις βδομάδες τον Φλεβάρη-Μάρτη του 1990 με αφορμή την αθώωση του μπάτσου Μελίστα, δολοφόνου του Καλτεζά, τα μέλη των καταλήψεων (αλλά κυρίως το πνεύμα τους, που δεν θεωρεί πλέον τη σύγκρουση περίπου αυτοσκοπό) θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Για τα επόμενα χρόνια οι καταλήψεις θα αποτελούν σταθερό σημείο αναφοράς των ρευμάτων του κοινωνικού ανταγωνισμού (θα έχουμε και την κατάληψη στο παλιό σχολείο της οδού Αλκαμένους που παρά τις φιλόδοξες προθέσεις δεν θα κρατήσει πολύ) και η ταυτόχρονη εισβολή της αστυνομίας παραμονές του εορτασμού του Πολυτεχνείου το 1994 με τη μορφή των προληπτικών συλλήψεων, θα τις ξαναφέρει στην επικαιρότητα. Το τελευταίο κύμα καταλήψεων θα περιλαμβάνει το στέκι Άνω-Κάτω Πατησίων, το πολύ ενδιαφέρον πείραμα της «κολλεκτίβας Λίλη» επίσης στα Πατήσια (με την αναζήτηση στην πράξη της λύσης στο πρόβλημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) και την ανακατάληψη της Φυλής και Φερρών στην οποία στεγάζεται πλέον η βιβλιοθήκη της «Λέσχης Κατασκόπων».

Προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε εν συντομία την ιστορία των κινηματικών καταλήψεων στέγης-στεκιών την τελευταία εικοσιπενταετία στην Αθήνα. Θα επιχειρήσουμε τώρα να κάνουμε λιγάκι «θεωρία», με την έννοια να δούμε κάπως πιο αναλυτικά κάποια στοιχεία που θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε περισσότερο το φαινόμενο. Αν αξίζει να κρατήσουμε κάτι απ’ αυτή την ιστορία αυτό είναι σίγουρα η πρόταση μιας άλλης άποψης για την καθημερινή ζωή στη μητρόπολη και η απόδειξη πως κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει και στην πραγματικότητα. Από τη μια πλευρά υπάρχουν άδεια σπίτια και επείγουσες στεγαστικές ανάγκες. Μαζεύονται κάποιοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι μπορούν (και κυρίως θέλουν) να ζήσουν μαζί, καταλαμβάνουν ένα άδειο σπίτι και ξεκινούν την περιπέτειά τους. Από την άλλη, υπάρχει ανάγκη σε κάποια πολιτικά υποκείμενα να βρουν χώρους για να στεγάσουν τις δραστηριότητές τους, που καθώς δεν εντάσσονται στα παραδοσιακά πρότυπα της αριστεράς (τα ίδια τα υποκείμενα, αλλά και το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων τους), οφείλουν να βρουν άλλους τρόπους για να το πετύχουν σε μια πιο μόνιμη βάση: οφείλουν δηλαδή να βρουν τα δικά τους «Φορτ Ναβάχο» στην «έρημο» μιας Αθήνας που γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενη για τέτοιου είδους καταστάσεις, μέσα από την εντεινόμενη καταστολή, επιτήρηση και γιαποποίηση. Η λύση είναι λοιπόν και εδώ η κατάληψη, κατά προτίμηση κοντά στο ιστορικό κέντρο της πόλης, αφού όπως είπαμε, αυτά τα υποκείμενα το κέντρο της πόλης θεωρούν τον προνομιακό τόπο της δράσης τους, εκεί αισθάνονται σαν το «ψάρι στο νερό», εκεί είναι σε τελική ανάλυση που θέλουν να γίνονται ορατά, αφού ένα από τα βασικά προβλήματά τους στην κοινωνία του θεάματος που έχουν αρχίσει να βιώνουν, είναι ότι καθιστά «αόρατο» (ή οικειοποιείται κάνοντάς το μόδα) οτιδήποτε εμφανίζει την τάση να το αμφισβητεί ριζικά. Έτσι εξηγείται και το ότι αν και φτιάχτηκαν όλα αυτά τα χρόνια πολλά στέκια σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας (τις περισσότερες φορές σε νοικιασμένους χώρους) , ουσιαστικά το βλέμμα ήταν πάντοτε στραμμένο στο κέντρο, εκεί φαινόταν να παίζεται το παιχνίδι. Ένα δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με ποιο ρόλο έπαιξαν στον αστεακό ιστό της περιοχής τους, αλλά και της μητρόπολης γενικότερα, αφού από το ξεκίνημά τους ποτέ δεν διεκδίκησαν το ρόλο της «νησίδας ελευθερίας», αποκρούοντας τη λογική της γκετοποίησης (έναν κίνδυνο που τον έβλεπαν και στο δικό τους εγχείρημα, αλλά και τον γνώριζαν από τις ανάλογες εμπειρίες του εξωτερικού). Η απάντηση είναι μάλλον εύκολη: μικρό. Παρά τις προσπάθειές τους η «γειτονιά» δεν έδειξε ποτέ και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε μια Αθήνα που μικροαστικοποιούνταν με ταχύτατους ρυθμούς, το καλύτερο που περίμενε τους καταληψίες ήταν η παθητική ανοχή. Απέτυχαν επίσης κάποιες απόπειρες σύνδεσης και με τη νέα μητροπολιτική φιγούρα, τους μετανάστες (τουλάχιστον μέχρις στιγμής), αφού είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με ανθρώπους που έχουν τεράστια προβλήματα επιβίωσης και αναζητούν λύσεις που θα τους εντάξουν στον κοινωνικό ιστό και όχι σ’ έναν διπλό «ιλεγκαλισμό»: του ανά πάσα στιγμή παράνομου μετανάστη, αλλά και του πολιτικού αμφισβητία έξω από τα καθιερωμένα (που και αυτό δύσκολα το καταλαβαίνουν τις περισσότερες φορές, αφού προέρχονται από ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον). Ένα τρίτο στοιχείο είναι η αποτελεσματικότητα της πολιτικο-πολιτιστικής απεύθυνσης. Κατά πόσο δηλαδή πέτυχαν να είναι η εναλλακτική λύση στα προβλήματα της στέγασης και κατά πόσο πέτυχαν να «επικοινωνήσουν» τη δική τους πολιτικο-πολιτιστική πρόταση. Ως προς το πρώτο, μπορούμε να πούμε ότι οι διάφορες « άτυπες» καταλήψεις στέγης που υπάρχουν στην Αθήνα, άντλησαν την ιδέα από το κίνημα? Δεν το ξέρουμε. Ίσως ναι κάποιες φορές, τις περισσότερες όμως μάλλον όχι. Προτίμησαν να παραμείνουν κρυφές, χωρίς να εντάσσονται σε κάποιας μορφής κίνημα, αφού υπάρχει πάντοτε ο φόβος της άμεσης ποινικοποίησης και καταστολής όταν ενώνεις τις δυνάμεις σου και διεκδικείς πιο επιθετικά τα δικαιώματά σου. Γενικά πρέπει να πούμε ότι κίνημα καταλήψεων στέγης-στεκιών στην Ελλάδα (με την έννοια που το γνωρίσαμε στη Γερμανία, την Ιταλία ή την Ολλανδία) δεν υπήρξε. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις γι’ αυτό που διαφεύγουν τους σκοπούς αυτού του σύντομου σημειώματος. Πάντως μια γενική παρατήρηση είναι ότι στην Ελλάδα η αντίληψη ότι προσπαθώ μόνος μου (δηλαδή μια κοινωνική ομάδα ή ένα υποσύνολο) να λύσω τα προβλήματά μου δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Επικρατεί η τάση ν’ ανάγονται τα πάντα στην παρεμβατική ικανότητα του κράτους, ή μιας αντίστοιχης «πατρικής» φιγούρας στο επίπεδο της αντιπροσώπευσης, δηλαδή ενός κόμματος, που ενίοτε μετατρέπεται και σε κράτος-κόμμα. Η περίφημη «κοινωνία των πολιτών» εκδηλώνεται σχεδόν πάντα με την αντιδραστική μορφή της, π.χ. «αγανακτισμένοι» κάτοικοι που καταλαμβάνουν ένα δημόσιο κτίριο για να μη γίνει σταθμός του ΟΚΑΝΑ. Τώρα ως προς το δεύτερο, είναι γεγονός ότι μέσα από τέτοιους τόπους έχει γίνει η καλύτερη και αποτελεσματικότερη «αντιπληροφόρηση» αυτού του κινήματος. Γι’ αυτό και τα στέκια (κατειλημμένα ή όχι) συνεχίζουν να υπάρχουν όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στο Ηράκλειο, στα Χανιά, στον Βόλο, στην Καβάλα, στην Ξάνθη, κλπ. Χώροι συνεύρεσης των «ανησυχούντων» πνευμάτων, παρά τα προβλήματά τους παίζουν σημαντικό ρόλο στην οριζόντια δικτύωση του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού κινήματος. Γι’ αυτό, παρά τη σκληρή καταστολή που έχουν υποστεί κατά καιρούς, συνεχίζουν να αποτελούν σταθερή επιλογή και έναν από τους κυριότερους τρόπους ριζώματος αυτού του ρεύματος. Εξάλλου δεν πρέπει να μας διαφεύγει και η σημαντικότατη συμβολή τους στο επίπεδο της άρθρωσης ενός άλλου τύπου μητροπολιτικής κουλτούρας, με σαφώς αντιεμπορευματική στάση: εμβληματική ως προς αυτό είναι η Βίλλα Αμαλίας, η πιο ζωντανή σκηνή του χάρντκορ και του πανκ στην Ελλάδα (αλλά και με σπουδαίες θεατρικές παραστάσεις, συζητήσεις κλπ). Υπάρχει, τέλος, κι ένα άλλο σημαντικό σημείο, που έχει να κάνει με το πώς οι καταληψίες διαμόρφωσαν τα κτίρια που κατέλαβαν, ποιοι είναι οι λόγοι που πιθανώς κατέλαβαν αυτά και όχι κάποια άλλα, ποια είναι η αισθητική τους πρόταση μέσα στην γκρίζα ομοιομορφία του μπετόν και της αντιπαροχής (αλλά και της «ιλουστρασιόν» εκδοχής της αναπαλαίωσης των νεοκλασικών κτιρίων των πόλεων), πράγματα όμως που πρέπει ίσως να τα συζητήσουν οι πιο «ειδικοί» (κρατώντας και τις απαραίτητες αποστάσεις) και που ο υπογράφων (όντας κι αυτός καταληψίας για κάποια από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής του) μόνο ενστικτωδώς μπορεί να ανιχνεύσει και πάντως όχι στο συγκεκριμένο σημείωμα. Στο μόνο που θα ήθελα να αναφερθώ κλείνοντας, είναι η μελαγχολία που πάντοτε με πιάνει όταν τύχει να περάσω από την παλιά κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου και κοιτάξω το κενό παράθυρο του ανατολικομεσημβρινού δωματίου του δευτέρου ορόφου, που για δυο χρόνια φιλοξενούσε τις σκέψεις και τα όνειρα για μια κοινή και δημιουργική ζωή με συντρόφους και συντρόφισσες, πέρα και πάνω από τις συμβάσεις, τα άγχη και τη δυσανεξία στη μητρόπολη του νότου Αθήνα.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Ο Ακήρυχτος Πόλεμος των Τουπαμάρος

     “Poner el de arriba abajo y del abajo arriba”.
                                                  Αbraham Guillen
                  «Να γίνουν οι πρώτοι τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι».
                                               Αμπραχάμ ΓκιγιένΑρχείο:Bandera dels Tupamaros.svg

«Ελβετία» της Νοτίου Αμερικής
 Μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα η Ουρουγουάη είχε τη φήμη του κατ’ εξοχήν ευνομούμενου κράτους της Νοτίου Αμερικής. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονταν στην εξουσία χωρίς αιματοχυσία και σύμφωνα με τα συνταγματικά πρότυπα της ομαλής διαδοχής. Το βιοτικό επίπεδο του μέσου Ουρουγουανού πολίτη ήταν το υψηλότερο στη Λατινική Αμερική και τα εργασιακά του δικαιώματα προστατεύονταν από προοδευτικούς νόμους και διατάξεις. Από την εποχή της προεδρίας του Χοσέ Μπατλ Ορντόνιεζ (1903-1915), στην Ουρουγουάη είχε θεσμοθετηθεί το οκτάωρο, ο εγγυημένος κατώτατος μισθός, το επίδομα ανεργίας και οι άδειες μετ’ αποδοχών. Επιπλέον, ο Ορντόνιεζ συμπεριέλαβε στο μεταρρυθμιστικό του έργο και την αναμόρφωση των κοινωνικών ηθών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, εισήγαγε νομοθεσία που νομιμοποιούσε το διαζύγιο, περιόριζε την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας στην κοινωνική ζωή της χώρας και κατοχύρωνε την ανεξαρτησία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων έναντι του Κράτους. Για πενήντα χρόνια, η Ουρουγουάη πορεύτηκε σύμφωνα με τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης μεταρρύθμισης του Ορντόνιεζ και κατάφερε να εξελιχθεί σε ένα πρότυπο έθνος αστών. Πλούσιο, φιλήσυχο και ασφαλές.
File:Abraham Guillen.jpg
άμπραχαμ γκιγίεν
Όμως κάτω από αυτή την επίφαση ευημερίας και ομαλότητας ελλόχευε το σαθρό οικονομικό υπόβαθρο του Ουρουγουανικού κράτους. Οι αποικιοκράτες ιδρυτές της χώρας δεν προέβλεψαν να εφοδιάσουν το μικρό αυτό κράτος με πλουτοπαραγωγικές πηγές. Η παντελής έλλειψη φυσικών πόρων είχε σαν αποτέλεσμα την υπερβολική εξάρτηση της εθνικής οικονομίας από τις εξαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων και ειδικότερα μαλλιού και βοδινού κρέατος. Οι γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές χρηματοδοτούνταν από τα έσοδα του εξαγωγικού εμπορίου κρέατος και η ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να ανταπεξέλθει στις στοιχειώδεις οικονομικές υποχρεώσεις της έφθινε ή ενισχυόταν σε συνάρτηση με τις διακυμάνσεις των τιμών των κτηνοτροφικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, η δημιουργία μιας πολυπληθούς μεσαίας τάξης που, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κράτη της Λατινικής Αμερικής, αποτελούσε την μεγαλύτερη κοινωνική ομάδα στην Ουρουγουάη, είχε επιτευχθεί με τεχνητά μέσα και δεν ήταν προϊόν μιας ουσιαστικής άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Η μεσαία τάξη στην Ουρουγουάη όφειλε την ύπαρξη της σε έναν τεράστιο κρατικό μηχανισμό που λειτουργούσε ως ο αποκλειστικός εργοδότης για το μεγαλύτερο κομμάτι του εργατικού δυναμικού της χώρας. Με άλλα λόγια, η εγχώρια αστική τάξη δεν είχε την οικονομική αυτοτέλεια που απορρέει από την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά βασιζόταν στις κρατικές εισφορές για να μπορέσει να διατηρήσει τις πολυτέλειες που περιλαμβάνει ο αστικός τρόπος ζωής.
Είναι προφανές ότι ο ανορθολογικός τρόπος οργάνωσης της οικονομικής ζωής δεν ήταν δυνατό να διατηρηθεί για πολύ, αφού η παραμικρή κρίση στα δημοσιονομικά του Κράτους μπορούσε αυτόματα να πυροδοτήσει μια κοινωνική κρίση τεραστίων διαστάσεων. Όταν οι διεθνείς τιμές του μαλλιού και του κρέατος κατέρρευσαν έπειτα από τον πόλεμο της Κορέας, η εξαρτημένη οικονομία της Ουρουγουάης βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση. Το Κράτος αντιμετώπισε οξύ οικονομικό πρόβλημα. Αδυνατούσε να πληρώσει επιδόματα και συντάξεις ενώ η καταβολή των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων καθυστερούσε για μήνες. Η κυβέρνηση κατέφυγε στην μέθοδο του εξωτερικού δανεισμού ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις άμεσες ανάγκες της. Από το 1960 έως το 1965 το εξωτερικό χρέος της χώρας διπλασιάστηκε και το εθνικό της νόμισμα υποτιμήθηκε επτά φορές. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επέβαλε το άνοιγμα της Ουρουγουανικής οικονομίας στην διείσδυση του Αμερικανικού κεφαλαίου και την εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας για την μείωση του δημοσίου ελλείμματος. Οι άλλοτε πειθήνιοι και εφησυχασμένοι Ουρουγουανοί θορυβήθηκαν και αποφάσισαν να αντισταθούν. Έβλεπαν τις συνθήκες διαβίωσης τους να χειροτερεύουν καθημερινά, τις κοινωνικές παροχές τους να μειώνονται και το Κράτος να προδίδει τις σοσιαλδημοκρατικές αρχές της «ειρηνικής επανάστασης» του Ορντόνιεζ, προσφεύγοντας ολοένα και συχνότερα στη συστηματική χρήση βίας κατά των εργαζομένων. Μέσα σε αυτό το κλίμα του επερχόμενου ταξικού πολέμου, έκαναν την εμφάνιση τους οι αντάρτες πόλεων ΜLN-Τουπαμάρος.
«Για τη Γη και με τον Σεντίκ»
 Η επαναστατική οργάνωση των Τουπαμάρος ήταν δημιούργημα του ριζοσπάστη βουλευτή του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ουρουγουάης Ραούλ Σεντίκ και του εξόριστου Ισπανού αναρχικού Αμπραχάμ Γκιγιέν. Στα 1960, ο Σεντίκ αποφάσισε να απαρνηθεί τον τίτλο του κοινοβουλευτικού αντιπροσώπου και αναχώρησε για τις υποβαθμισμένες, αγροτικές περιοχές της Αρτίγκα στο απομακρυσμένο Βόρειο τμήμα της χώρας, όπου θα προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα επαναστατικό κίνημα μεταξύ των ακτημόνων αγροτών και των φτωχών μικροκαλλιεργητών ζάχαρης, κατά τα πρότυπα της Κουβανικής επανάστασης. Υπό την καθοδήγηση του έμπειρου σοσιαλιστή πολιτικού, οι αγρότες της Αρτίγκα ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντισταθούν στη χρόνια υπανάπτυξη του Βορρά και να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ο Σεντίκ, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Ροντρίγκεζ Μπελέτι ίδρυσαν για πρώτη φορά ένα μαχητικό συνδικαλιστικό όργανο που συσπείρωνε στις τάξεις του τους μικροκαλλιεργητές ζάχαρης, την «Ένωση Εργατών Ζάχαρης της Αρτίγκα» (UTAA). Απαίτησαν την κρατική απαλλοτρίωση των ακαλλιέργητων εκτάσεων, την αναδιανομή τους στους ακτήμονες αγρότες και την αποστολή στην περιοχή κυβερνητικού επιθεωρητή που θα επέβλεπε την εφαρμογή του οκτάωρου και την καθιέρωση κατώτατου μισθού για τους εργάτες γης που δούλευαν στα αγροκτήματα των αστών μεγαλοτσιφλικάδων.
Αρχικά τα αιτήματα της UTAA έτυχαν ευνοϊκής αντιμετώπισης από τον Υπουργό Εσωτερικών Στοράσε Αρόζα. Η κρατικοποίηση όμως των γαιών έθιγε άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα της πανίσχυρης τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων, ενώ ζημίωνε και τις Αμερικανικές εταιρείες ζάχαρης που είχαν περιουσιακά στοιχεία στη χώρα, όπως η CAINSA. Η κυβέρνηση βρέθηκε αμέσως υπό αφόρητη πίεση να αποσύρει τη στήριξη που παρείχε στο σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης του Σεντίκ και η UTAA δεν έλαβε τίποτα άλλο από υποσχέσεις. Ως απάντηση και για να σπάσουν τη γεωγραφική και ιδεολογική απομόνωσή τους οι ηγέτες της UTAA οργάνωσαν την «Πορεία προς το Μοντεβίδεο» ή «Πορεία των Μαλλιαρών». Οι αγρότες διένυσαν με τα πόδια μια απόσταση 250 χιλιομέτρων από την επαρχία Αρτίγκας μέχρι το Μοντεβίδεο περνώντας μέσα από τις πόλεις και τα χωριά της Ουρουγουανής υπαίθρου. Σε κάθε πόλη που σταματούσαν διοργάνωναν μαζικές εκδηλώσεις και σεμινάρια πληροφόρησης για τον τοπικό πληθυσμό προσπαθώντας να προσεταιριστούν την κοινή γνώμη και να δημιουργήσουν έναν συνασπισμό κοινωνικών δυνάμεων γύρω από τα αιτήματα τους. Τέλος, την 1η Μάη του 1962, η φάλαγγα των αγροτών εισήλθε στα περίχωρα του Μοντεβίδεο ψέλνοντας ρυθμικά το αγωνιστικό σλόγκαν της UTAA, «Για τη Γη και με τον Σεντίκ». Εκεί ενώθηκαν με ριζοσπάστες φοιτητές και προχώρησαν στη συμβολική κατάληψη των γραφείων της CAINSA στην πρωτεύουσα. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το Προεδρικό Μέγαρο το οποίο προστατευόταν από το σώμα της έφιππης αστυνομίας των Μητροπολιτικών Φρουρών. Όταν οι διαδηλωτές θέλησαν να επιδώσουν ψήφισμα διαμαρτυρίας στα χέρια του ίδιου του Προέδρου Αρέκο, η αστυνομία τους παρεμπόδισε με συνέπεια να ξεσπάσουν συγκρούσεις. Αγρότες και φοιτητές προσπάθησαν να αμυνθούν με πέτρες, ξύλα και βόμβες μολότοφ αλλά μπροστά στην ορμή των έφιππων δεν είχαν τύχη. Μέσα σε λίγη ώρα το πλήθος είχε διασκορπιστεί και η διαδήλωση είχε κατασταλεί βιαίως. Αντί του διαλόγου και της ειρηνικής διαπραγμάτευσης με την UTAA η κυβέρνηση είχε επιλέξει τη βίαιη διάλυση του αγροτικού κινήματος. Μια ημέρα μετά τα έκτροπα, η Εκτελεστική Επιτροπή της UTAA εξέδωσε μια οργισμένη ανακοίνωση: «Απορρίπτουμε τον διάλογο με αυτούς που μας κυβερνούν…Η ολιγαρχία είναι έτοιμη να υπερασπιστεί τα προνομία της με αίμα και φωτιά…Θα ήταν αυτοκτονία εάν συνεχίζαμε να εμπιστευόμαστε την άρχουσα τάξη. Δεν ελπίζουμε πια ότι μπορούμε να πετύχουμε οτιδήποτε μέσα από τον διάλογο και τον συμβιβασμό. Πρέπει να πολεμήσουμε!». Το κείμενο τελείωνε με την επανάληψη της πολεμικής κραυγής των εξεγερμένων αγροτών: «Για τη Γη και με τον Σεντίκ!».
Η ζούγκλα του άστεως
Το μοντέλο του ανταρτοπολέμου βασίζεται στη θεωρία της «επαναστατικής εστίας» που πρώτος διατύπωσε ο Τσε Γκεβάρα. Σύμφωνα με τον Τσε, η επανάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί από μια ομάδα αποφασισμένων μαχητών με στρατιωτική κατάρτιση και ισχυρά πολιτικά κίνητρα που διεξάγει παρατεταμένο ανταρτοπόλεμο κατά των κυβερνητικών δυνάμεων. Εάν η ομάδα καταφέρει να επιβιώσει για ικανό χρονικό διάστημα και να προκαλέσει φθορά στα στρατεύματα της κυβέρνησης θα αποδείξει στον πληθυσμό ότι η ένοπλη αντίσταση κατά του καθεστώτος είναι εφικτή. Ο λαός θα προσχωρήσει στις γραμμές τους και θα αποτελέσει τον κορμό του μελλοντικού λαϊκού απελευθερωτικού στρατού που θα καταλάβει την εξουσία.
αντάρτες της Κούβας
Τα τακτικά μειονεκτήματα του αντάρτικου στρατού όπως ο μικρός αριθμός μαχητών ή ο ελλιπής οπλισμός τους, μπορούν να αντισταθμιστούν από τη συνετή επιλογή του πεδίου των εχθροπραξιών. Ο Τσε πίστευε πως η ύπαιθρος ή η λατινοαμερικανική ζούγκλα ήταν το καταλληλότερο περιβάλλον για τη διεξαγωγή ανταρτοπολέμου, αφού εξασφάλιζε στους επαναστάτες φυσική κάλυψη, ευχέρεια στις μετακινήσεις, και το σημαντικότερο, την υποστήριξη του τοπικού αγροτικού πληθυσμού ο οποίος λόγω της φτώχειας και των καθημερινών του στερήσεων ήταν ευνοϊκά προδιατεθειμένος απέναντι σε κάθε προσπάθεια για επαναστατική αλλαγή. Ο αντάρτης όφειλε πάντα να διατηρεί την πρωτοβουλία στο πεδίο των μαχών, επιλέγοντας εκείνος την τοποθεσία και τη χρονική συγκυρία της αντιπαράθεσης του με τον αντίπαλο. Έτσι μπορούσε να πολεμά πάντα κάτω από ευνοϊκές συνθήκες και να καταγάγει μικρές αλλά συνεχόμενες νίκες έναντι του υπέρτερου εχθρού. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας τα όπλα που κατέσχεσε από τις νικημένες δυνάμεις του εχθρού όφειλε να εξοπλίζει συνεχώς νεοσύλλεκτους εθελοντές μέχρι να δημιουργήσει ισχυρό στρατό που θα μπορούσε να αναμετρηθεί κατά μέτωπο με το τακτικό στράτευμα.
Ο Τσε πίστευε τόσο πολύ στη θεωρία του που ήταν πρόθυμος να πεθάνει γι’ αυτήν. Το 1967 μετέβη στη Βολιβία επικεφαλής μιας ομάδας βετεράνων πολεμιστών για να εγκαταστήσει μια επαναστατική βάση στην καρδιά της Βολιβιανής ζούγκλας. Η απόπειρα όμως απέτυχε οικτρά. Ο Τσε αιχμαλωτίστηκε και δολοφονήθηκε από τον Βολιβιανό στρατό, ενώ η αντάρτικη ομάδα του εξολοθρεύτηκε. Ο θάνατος του προκάλεσε μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο στους οπαδούς του και οδήγησε στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς θεωρητικών όπως ο Γάλλος Ρεζίς Ντεμπραί  ή ο Ισπανός Αμπραχάμ Γκιγιέν που ισχυρίζονταν πως τα διδάγματα της Κουβανικής επανάστασης δεν είχαν οικουμενική αξία και ότι εφεξής οι ένοπλες επαναστατικές οργανώσεις όφειλαν να μεταφέρουν τη δράση τους στις χαοτικές μητροπόλεις της Λατινικής Αμερικής, την «ζούγκλα από τσιμέντο», όπως συνήθιζε να τις αποκαλεί ο Γκιγιέν.
Ο Τσε πίστευε πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην πόλη ήταν δευτερευούσης σημασίας και στη συνολική στρατηγική του αντάρτικου είχαν ρόλο επικουρικό, όπως το να απασχολούν μονάδες του στρατού αποσπώντας τις από το κυρίως μέτωπο του πολέμου που ήταν η ύπαιθρος. Αντίθετα, Ντεμπραί και Γκιγιέν ήταν πεπεισμένοι πως η μεγαλούπολη συνιστούσε το ιδανικό περιβάλλον για την εξαπόλυση ανταρτοπολέμου. Οι πυκνοκατοικημένες φτωχογειτονιές του Ρίο ή του Μοντεβίδεο πρόσφεραν στον αντάρτη πόλεων μια πληθώρα στρατηγικών στόχων αλλά και ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να κινηθεί και να λειτουργήσει. Επιπλέον, του εξασφάλιζαν την ιδεολογική όσο και φυσική εγγύτητα με εκείνη την κοινωνική τάξη που κατέχει τα πιο ανεπτυγμένα επαναστατικά ένστικτα, το προλεταριάτο των πόλεων. Τέλος, από τις πόλεις οι μαχητές μπορούσαν να παρακολουθούν την πολιτική διαδικασία και να παρεμβαίνουν ενεργά στους αγώνες της εργατικής τάξης αντί να αποξενώνονται μαχόμενοι σε κάποια μοναχική βουνοκορφή μακριά από τον πολιτισμό.
Όπως στον ανταρτοπόλεμο της υπαίθρου, τελικός στόχος του αντάρτικου πόλης είναι η ανατροπή του καθεστώτος. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να συμβεί μέσα από τη δημιουργία ενός τακτικού λαϊκού στρατού που θα εφορμούσε από την ύπαιθρο για να περικυκλώσει τις πόλεις. Η θεωρία του αντάρτικου πόλης προβλέπει ότι το τελικό χτύπημα στο καθεστώς θα δοθεί μέσα στις μητροπόλεις και θα είναι συνδυασμός δύο παραγόντων: α) μιας συντονισμένης λαϊκής εξέγερσης και, β) μιας αστραπιαίας επίθεσης των ανταρτών στα νευραλγικά σημεία της Κρατικής εξουσίας. Το αντάρτικο πόλεων είναι λοιπόν μια αιρετική θεωρία από την πλευρά της στρατιωτικής τακτικής, αφού πουθενά δεν προτάσσει τον σχηματισμό συμβατικού στρατού ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της εξουσίας. Άντ’ αυτού ισχυρίζεται πως αυτό είναι δυνατό να γίνει μέσα από τη δράση μιας σφριγηλής πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης που την ύστατη ώρα θα λειτουργήσει ως η δύναμη κρούσης των επαναστατημένων μαζών στην επίθεση εναντίον του Κράτους.
Σεντίκ και Γκιγιέν
Έπειτα από την αποτυχία της «Πορείας προς το Μοντεβίδεο» οι ηγέτες της UTAA αναθεώρησαν τις απόψεις τους σχετικά με το πώς θα μπορούσε να επιλυθεί το αγροτικό ζήτημα στην Ουρουγουάη. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη το αγροτικό πρόβλημα δεν ήταν δυνατό να διευθετηθεί χωρίς την ολοκληρωτική ανατροπή του καθεστώτος, την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάσταση του από μια οικονομία με σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά. Για αυτό το σκοπό, σε μυστική συνεδρίαση που έλαβε χώρα γύρω στο 1963 η ολομέλεια της UTAA αποφάσισε την ίδρυση της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (MLN)-Τουπαμάρος» και την έναρξη προετοιμασιών για την διεξαγωγή ανταρτοπολέμου στις αγροτικές περιοχές της Αρτίγκας και του Παϊσάντου. Ο Σεντίκ ήταν θαυμαστής του Γκεβάρα και οραματιζόταν την επανάληψη του Κουβανικού μοντέλου της επανάστασης στην Ουρουγουάη.
Το εγχείρημα όμως αμέσως προσέκρουσε σε πρακτικές δυσκολίες. Ο ανταρτοπόλεμος της υπαίθρου είναι μια μορφή πολέμου που χρειάζεται την ύπαρξη συγκεκριμένων γεωγραφικών συνθηκών για να τελεσφορήσει. Η μορφολογία της υπαίθρου στη Βόρεια Ουρουγουάη δεν περιλάμβανε ζούγκλες, δασώδεις εκτάσεις ή απομονωμένα ορεινά ορμητήρια απ’ όπου ένας αντάρτικος στρατός θα μπορούσε να πραγματοποιεί επιθέσεις και να οπισθοχωρεί με σχετική ασφάλεια. Το έδαφος στις περιοχές αυτές είναι επίπεδο και με αραιή βλάστηση. Επίσης, είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένο, γεγονός που δυσχέραινε τις προσπάθειες ανεφοδιασμού των ανταρτών από τον τοπικό πληθυσμό.

Ο άνθρωπος που διέγνωσε πρώτος τις δυσκολίες μιας υπαίθριας εκστρατείας  ήταν ο Αμπραχάμ Γκιγιέν. Ο Γκιγιέν ήταν Ισπανός πολιτικός πρόσφυγας και βετεράνος του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου στον οποίο είχε πολεμήσει με το μέρος των αναρχικών. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Νότιο Αμερική είχε σχετιστεί με διάφορα ένοπλα επαναστατικά κινήματα σε Αργεντινή, Βραζιλία και Περού στα οποία μετείχε είτε ως ενεργός μαχητής, είτε ως στρατηγικός ιθύνων νους. Ήταν σφοδρός πολέμιος της Γκεβαρικής θεωρίας της «επαναστατικής εστίας», την οποία θεωρούσε δυνητικά αυταρχική, ελιτιστική και ουσιαστικά ανεφάρμοστη αφού πρέσβευε την μηχανιστική επανάληψη ενός πανομοιότυπου μοντέλου επαναστατικής δράσης σε χώρες με εμφανώς διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Ο Γκιγιέν επίσης απέρριπτε τη θέση του Τσε περί πρωτοκαθεδρίας της υπαίθρου στον επαναστατικό αγώνα. Επεξεργάστηκε μια εναλλακτική θεωρία του ανταρτοπολέμου στην οποία υποστήριζε ότι σε έναν καθαρά αστικοποιημένο πολιτισμό όπως είναι ο καπιταλιστικός, οι σημαντικές πολιτικές μάχες δεν μπορούσαν να δίνονται μακριά από τα αστικά κέντρα. Η διαφωνία του όμως δεν περιοριζόταν μόνο σε θέματα τακτικής, αλλά επεκτεινόταν και σε ζητήματα ιδεολογίας και πολιτικής ουσίας. Αντίθετα με τους λενινιστές οπαδούς του κρατικού σοσιαλισμού, ο αναρχικός διανοούμενος πρότεινε ένα μοντέλο σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης πιο κοντά στα αναρχικά πρότυπα των ελεύθερων επαγγελματικών ενώσεων.
ραούλ σέντικ
Οι ιδέες του Γκιγιέν άσκησαν μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της στρατηγικής των Τουπαμάρος κατά το αρχικό στάδιο της εκστρατείας τους. Ο Ισπανός κατείχε το πόστο του συμβούλου στρατηγικού σχεδιασμού της οργάνωσης και είχε ενεργή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων που επηρέασαν αποφασιστικά το στρατιωτικό σκέλος της εξέγερσης. Οι πολιτικές απόψεις του όμως για έναν ελευθεριακό σοσιαλισμό βασισμένο στην άμεση δημοκρατία δεν βρήκαν απήχηση στα ανώτατα όργανα της ιεραρχίας των Τουπαμάρος που σε μεγάλο βαθμό απαρτίζονταν από σκληροπυρηνικούς μαρξιστές-λενινιστές τύπου Σεντίκ. Η εισήγηση του Γκιγιέν για τη συγκρότηση ενός παλλαϊκού μετώπου καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές δεν εισακούστηκε από την ηγεσία της οργάνωσης που παρέμεινε προσκολλημένη στην ιδέα της επαναστατικής πρωτοπορίας. Ο Σεντίκ και οι υπόλοιποι Γκεβαριστές επιδίωκαν να συνενώσουν τις δυνάμεις της Αριστεράς μέσω του ένοπλου αγώνα, αλλά ταυτόχρονα επέμεναν ότι οι αντάρτες όφειλαν να έχουν ηγεμονικό ρόλο στον μελλοντικό επαναστατικό συνασπισμό. Η εμμονή αυτή στην υπεροχή των όπλων έμελλε να κοστίσει πολιτικά στους Τουπαμάρος και υπονόμευσε μακροπρόθεσμα την προσπάθεια τους να τεθούν επικεφαλής ενός ευρέος φάσματος κοινωνικών δυνάμεων ικανού να ανατρέψει το καθεστώς στην Ουρουγουάη και να κάνει την επανάσταση.
Οργάνωση και Υποδομές             
Το οργανωτικό μοντέλο των Τουπαμάρος συνδύαζε ένα κάθετο ιεραρχικό σύστημα που χρησίμευε ως διοικητικός μηχανισμός για τα ανώτερα κλιμάκια της οργάνωσης, με μια οριζόντια αποκεντρωμένη δομή που συνιστούσε το οργανωτικό πλαίσιο των επιχειρησιακών πυρήνων των μαχητών. Η ιεραρχική δομή εξυπηρετούσε στη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής γραμμής του κινήματος και επέτρεπε στην Εκτελεστική Επιτροπή του MLN να συντονίζει τις επιθέσεις των αυτοδύναμων «Ομάδων Πυρός» και να ασκεί πολιτικό έλεγχο επί των στρατιωτικών ενεργειών τους. Αντίθετα, οι επιχειρησιακοί πυρήνες ήταν ενταγμένοι σε ένα οριζόντιο οργανωτικό δίκτυο και χωρίζονταν σε «Ομάδες» (4-5 μαχητές), «Λόχους» (40-5 μαχητές) και «Φάλαγγες» (100-120 μαχητές), με τη μεγαλύτερη αντάρτικη δύναμη στρατηγικά τοποθετημένη στο Μοντεβίδεο. Τα επιχειρησιακά δίκτυα του MLN ήταν σχεδιασμένα σύμφωνα με την αρχή της «στεγανοποίησης» που υπαγόρευε πως καμία ομάδα μαχητών δεν έπρεπε να κατέχει γνώσεις και πληροφορίες σχετικά με άλλες μάχιμες μονάδες της οργάνωσης, ακόμη και αν οι δυο ομάδες ανήκαν στην ίδια Φάλαγγα. Η κάθε ομάδα όφειλε να διαθέτει αυτοτελή μηχανισμό διοικητικής μέριμνας, αλλά και ανεξάρτητα δίκτυα στρατολόγησης, πληροφοριών και συμπαθούντων. Όπως έγραφε ένα έντυπο που κυκλοφόρησαν οι Τουπαμάρος το 1971, η στεγανοποίηση ήταν «για τον αντάρτη πόλεων ότι είναι μια μυστική βάση μέσα στη ζούγκλα για τον αγωνιστή της υπαίθρου». Το σκεπτικό πίσω από αυτή την μορφή οργάνωσης ήταν ότι εάν το Κράτος κατάφερνε να εξαρθρώσει έναν ή δύο πυρήνες ανταρτών, οι υπόλοιποι πυρήνες θα έμεναν ανέπαφοι, χωρίς η ικανότητα τους να δρουν και να αναπαράγονται μονομερώς να θίγεται σημαντικά.
Εκτός από το στρατιωτικό σκέλος, το MLN ανέπτυξε και νόμιμη πολιτική δραστηριότητα με σκοπό να δημιουργήσει ένα μαζικό κίνημα λαϊκής υποστήριξης γύρω από την ένοπλη πάλη. Η UTAA και τα συνδικάτα των μικροκαλλιεργητών και των εργατών γης του Βορρά ήταν οι κυριότερες μαζικές οργανώσεις που συντάχθηκαν με τους αντάρτες και επιχείρησαν να μεταφέρουν τις θέσεις και τις απόψεις τους στο εργατικό κίνημα. Οι «Επιτροπές Υποστήριξης Τουπαμάρος» (CAT) ήταν ένας ξεχωριστός πολιτικός θεσμός που εγκαινιάσθηκε από το MLN για την προπαγάνδιση των θέσεων των ανταρτών στο εργοστάσιο, στο παν/μιο, στο σχολείο και αλλού. Οι οργανώσεις αυτές με τον μαζικό προσανατολισμό επιτέλεσαν με επιτυχία το έργο της πολιτικής ενίσχυσης των Τουπαμάρος και της διάχυσης των επαναστατικών αντιλήψεων τους στο κοινωνικό σώμα. Το 1970, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το 20 με 25% του πληθυσμού της Ουρουγουάης ήταν συμπαθούντες. Η πεποίθηση όμως των ανταρτών ότι η ένοπλη δράση είναι η ανώτερη μορφή ταξικής πάλης, στέρησε από τις μαζικές οργανώσεις τον πολιτικό τους χαρακτήρα και τις υποβάθμισε σε απλά εργαλεία στρατολόγησης εθελοντών για των ένοπλο αγώνα
Τέλος, ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις εκπληκτικές υλικές υποδομές που είχαν κατασκευάσει οι Τουπαμάρος κάτω από την πόλη του Μοντεβίδεο. Οι αντάρτες είχαν κατασκευάσει ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγειες σήραγγες και τούνελ που τους επέτρεπε να κινούνται με άνεση και χωρίς τον φόβο του εντοπισμού τους από τις αρχές σε όλη την επικράτεια της πρωτεύουσας. Μέσα σε αυτήν την υπόγεια πολιτεία υπήρχαν αυτοσχέδια νοσοκομεία, κοιτώνες όπου οι μαχητές μπορούσαν να ξεκουράζονται, τυπογραφεία για την παραγωγή προπαγανδιστικού υλικού ακόμη και κρατητήρια τα οποία η οργάνωση αποκαλούσε «Φυλακή του Λαού». Δεν ήταν λίγες οι σήραγγες που κατέληγαν μέσα στην πτέρυγα κάποιας φυλακής ή στα μετόπισθεν κάποιου φυλακίου του στρατού ή της αστυνομίας. Αξιοποιώντας το δαιδαλώδες αυτό σύστημα περασμάτων οι Τουπαμάρος ήταν σε θέση να χτυπούν αστραπιαία και να εξαφανίζονται.
Τα Χρόνια της Αθωότητας
Οι Τουπαμάρος αφιέρωσαν πολύ χρόνο στην προετοιμασία της εκστρατείας τους και από το 1962 έως το 1968 ασχολήθηκαν κυρίως με προπαρασκευαστικές επιχειρήσεις που είχαν να κάνουν με την εξεύρεση πηγών χρηματοδότησης για τον ένοπλο αγώνα καθώς και με την ενίσχυση της οργάνωσης σε πολεμικό υλικό. Ήταν μια περίοδος που η οργάνωση χρησιμοποιούσε την ελάχιστη δυνατή βία και κατά κανόνα απέφευγε τις ένοπλες αψιμαχίες με τους άντρες των σωμάτων ασφαλείας. Τον Ιούλιο του 1963 μια ομάδα κομάντος του MLN καθοδηγούμενη από τον ίδιο τον Ραούλ Σεντίκ, πραγματοποίησε επιδρομή στην Ελβετική Σκοπευτική Λέσχη του Μοντεβίδεο. Αυτή ήταν η πρώτη στρατιωτική επιχείρηση των ανταρτών και ήταν απολύτως επιτυχής, αφού κατέληξε στην αφαίρεση από τις αποθήκες της Λέσχης 150 τυφεκίων, 18 πιστολιών και μεγάλης ποσότητας πυρομαχικών. Η επιδρομή στη Λέσχη αποτέλεσε το πρότυπο με βάση το οποίο σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν μελλοντικές επιθέσεις του MLN σε καταστήματα πώλησης όπλων και αποθήκες της αστυνομίας και του στρατού όπου φυλάσσονταν όπλα και πυρομαχικά.
Για να χρηματοδοτήσουν την εκστρατεία τους οι αντάρτες χρησιμοποίησαν την μέθοδο των προλεταριακών απαλλοτριώσεων, μέσω της βίαιης απόσπασης μεγάλων χρηματικών ποσών από τράπεζες, από επιχειρήσεις Αμερικανικών συμφερόντων, ακόμη και από εύπορους ιδιώτες. Το βασικό ζητούμενο των επιθέσεων εναντία σε καθαρά οικονομικούς στόχους ήταν σίγουρα η οικονομική ενίσχυση της οργάνωσης και η συγκέντρωση κονδυλίων για τον αγώνα. Παρ’ όλα αυτά η διαδικασία επιλογής δυνητικών στόχων εμπεριείχε ενίοτε και το στοιχείο του πολιτικού παραδειγματισμού. Για παράδειγμα, το 1969 οι αντάρτες επιτέθηκαν και λήστεψαν το Καζίνο της Punta del Este, απ’ όπου αφαίρεσαν το μυθικό για την εποχή ποσό των $250.000. Με καθαρά στρατιωτικά κριτήρια, το Καζίνο δεν ήταν εύκολος στόχος. Επιλέχτηκε όμως πρώτον, για να καταδείξει ότι τα πιο προηγμένα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν ικανά να σταματήσουν τους μαχητές της οργάνωσης και δεύτερον, διότι αποτελούσε σύμβολο της άρχουσας τάξης της Ουρουγουάης, αφού εξέχοντα μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας συνωστίζονταν καθημερινά στις πολυτελείς αίθουσες για να διασκεδάσουν, να σπαταλήσουν τεράστια ποσά και να συναναστραφούν τους όμοιους τους.
Η πρώιμη αυτή περίοδος της δράσης των Τουπαμάρος μπορεί να χαρακτηριστεί και ως η «εποχή της αθωότητας» του κινήματος. Οι επιθέσεις τους υποκινούνταν από μια αντίληψη όμοια με αυτή της Άμεσης Δράσης και αποσκοπούσαν στη σφυρηλάτηση οργανικών δεσμών με τα κομμάτια εκείνα του πληθυσμού που φιλοδοξούσαν να εκπροσωπήσουν πολιτικά. Μια τέτοια ενέργεια ήταν η επίθεση που πραγματοποίησε μια ομάδα κομάντος του MLN εναντίον ενός φορτηγού με τρόφιμα την παραμονή των Χριστουγέννων του 1963. Οι κομάντος έκλεψαν το φορτηγό, το οδήγησαν στις φτωχογειτονιές του Απαρίτσιο Σαράβια στα περίχωρα του Μοντεβίδεο και μοίρασαν τα τρόφιμα στους φτωχούς κατοίκους της παραγκούπολης. Ακόμη, εικάζεται πως ένα μεγάλο μέρος της λείας που απέσπασε το MLN από ληστείες και επιδρομές διοχετεύτηκε στα γκέτο για να βοηθήσει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις παραγκουπόλεις. Η απευθείας στήριξη που παρείχε το MLN στους κατοίκους των παραγκουπόλεων είχε σαν αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν οι αντάρτες την εύνοια των τοπικών κοινοτήτων και μετέτρεψε τις φτωχογειτονιές σε «εχθρικό έδαφος» για τις δυνάμεις ασφαλείας.
Επίθεση στο Κράτος
Το 1969, έχοντας ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους , οι Τουπαμάρος εγκαινίασαν μια νέα φάση της εκστρατείας τους βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιό τους για βίαιη ανατροπή του Κράτους. Η στρατηγική τους περιλάμβανε τρεις βασικές παραμέτρους :
1) Τη συνένωση των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς σε ένα ενιαίο λαϊκό επαναστατικό μέτωπο υπό την ηγεσία του MLN. Οι Τουπαμάρος ήταν πεπεισμένοι πως μέσα σε όλα τα κόμματα της Αριστεράς – Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές, Μαοϊστές, Αναρχικοί – υπήρχαν αυθεντικά επαναστατικά στοιχεία που ευρισκόμενοι  μπροστά σε μία κατάσταση αυξανόμενης πόλωσης κι εχθρότητας μεταξύ του προλεταριάτου από τη μία και των δυνάμεων της αντίδρασης από την άλλη, θα εγκατέλειπαν τις μικροαστικές κοινοβουλευτικές τους συνήθειες και θα ρίχνονταν ολόψυχα στον πόλεμο για την ολοκληρωτική ήττα του ταξικού εχθρού. Από την άλλη, όσα κόμματα της Αριστεράς αρνούνταν να συμμετάσχουν στον επαναστατικό αγώνα ήταν καταδικασμένα να «ατιμαστούν» στα μάτια του προλεταριάτου και να σβήσουν μπροστά στο φάσμα της επερχόμενης εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης. Πράγματι, την εντύπωση ότι η Αριστερά βρισκόταν υπό συνολικό πολιτικό διωγμό ενίσχυσε η συντηρητική κυβέρνηση του Προέδρου Πατσέκο Αρέκο με τις σπασμωδικές αντιδράσεις της απέναντι στην απειλή της αυξανόμενης δημοτικότητας των ανταρτών. Ο Αρέκο ανέλαβε την εξουσία το 1967. Ένα μήνα μετά την εκλογική νίκη του, το Κογκρέσο της Ουρουγουάης κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εισήγαγε μία σειρά από δικτατορικούς νόμους που περιόριζαν τις πολιτικές ελευθερίες και καταργούσαν τα μισά κόμματα του Κοινοβουλίου που ανήκαν στον πολιτικό χώρο της άκρας Αριστεράς (με εξαίρεση το Κ.Κ.). Η συμμετοχή σε σοσιαλιστικές, μαοϊκές ή αναρχικές ομάδες αναγορεύτηκε σε ποινικό αδίκημα και οι εφημερίδες των κομμάτων της αντιπολίτευσης έκλεισαν η μια μετά την άλλη. Πολλά μέλη αριστερών οργανώσεων που είχαν τεθεί στο στόχαστρο του κυνηγιού μαγισσών της κυβέρνησης, εξαναγκάστηκαν από τις περιστάσεις να σκεφτούν σοβαρά το ενδεχόμενο της βίαιης επανάστασης και της συνεργασίας ενάντια στον κοινό εχθρό.
2) Την αποδιοργάνωση του κατασταλτικού μηχανισμού του Κράτους και την αλλαγή στη στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων. Για να πετύχουν την ανατροπή του αρνητικού για αυτούς συσχετισμού δυνάμεων, οι αντάρτες εξαπέλυσαν μία άνευ προηγουμένου τρομοκρατική εκστρατεία εναντίον των αντρών της αστυνομίας , του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών. Οι Τουπαμάρος διέθεταν ένα πρότυπο μηχανισμό συλλογής πληροφοριών αποτελούμενο από πράκτορες του MLN που είχαν διεισδύσει σε όλες τις βαθμίδες των σωμάτων ασφαλείας και τους εφοδίαζαν με πληροφορίες για τις κινήσεις των δυνάμεων της αστυνομίας, για τα μόνιμα σημεία αστυνομικού ελέγχου, ακόμη και για την πραγματική ταυτότητα των πρακτόρων της μυστικής υπηρεσίας. Οι  αντάρτες  χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες για να στήνουν θανατηφόρες ενέδρες σε ανυποψίαστες αστυνομικές περιπόλους αλλά και για να δολοφονούν επιλεκτικά στελέχη των δυνάμεων καταστολής, ακόμη και σε ώρες που ήταν εκτός υπηρεσίας. Χαρακτηριστικά, το 1969 δολοφόνησαν το μυστικό πράκτορα της αστυνομίας Καρλος Ζαμπράνο, την ώρα που καθόταν αμέριμνος σε ένα λεωφορείο, ενώ τον Απρίλιο του 1970 εκτέλεσαν τον Χέκτορ Τσαρκέρο, έναν επιθεωρητή της αστυνομίας που είχε κατηγορηθεί για τον βασανισμό πολιτικών κρατουμένων. Παράλληλα με την τρομοκρατία οι Τουπαμάρος χρησιμοποίησαν και τη μέθοδο του ψυχολογικού πολέμου αφού, όπως έλεγε ο Γκιγιέν, η νίκη δε θα προερχόταν από τη φυσική εξόντωση του εχθρού αλλά από «την πολιτική και στρατιωτική αποθάρρυνση και παράδοσή του». Εξέδωσαν επανειλημμένα προκηρύξεις με τις οποίες καλούσαν τους αστυνομικούς να παραιτηθούν, εάν ήθελαν να αποφύγουν τις συνέπειες της αντιπαράθεσης με το MLN. Ο συνδυασμός σωματικής και ψυχολογικής βίας που ασκούσαν οι Τουπαμάρος φαίνεται πως απέφερε καρπούς. Το 1970  οι αστυνομικοί κατέβηκαν σε απεργία με αίτημα την αύξηση του μισθού τους και το δικαίωμα να δουλεύουν με πολιτικά για να μη δίνουν «εύκολο στόχο» στους αντάρτες. Η κυβέρνηση χρειάστηκε να συλλάβει 66 από αυτούς με την κατηγορία της άρνησης εκτέλεσης διαταγών για να τους αναγκάσει να επιστρέψουν στα καθήκοντα τους.
3) Τη δημιουργία μιας εναλλακτικής πολιτικής εξουσίας και την εγκατάσταση μιας «παράλληλης αντιεξουσίας» στο Μοντεβίδεο. Η επίθεση των ανταρτών στην κρατική εξουσία ήταν πολυδιάστατη. Περιλάμβανε πολιτικές απαγωγές, θεαματικές στρατιωτικές ενέργειες και την συστηματική απονομή της «επαναστατικής δικαιοσύνης». Οι Τουπαμάρος χρησιμοποίησαν τη μέθοδο των πολιτικών απαγωγών για να οξύνουν τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης και να προκαλέσουν ρήγματα στις σχέσεις του Κράτους με την κοινωνία. Το 1968 απήγαγαν τον διευθυντή της τηλεφωνικής εταιρείας (UTE) της Ουρουγουάης και προσωπικού φίλου του Προέδρου Αρέκο, Ουλίσες Παρέιρα Ρεβερμπέλ. Η κυβέρνηση διέθεσε τη μισή αστυνομική δύναμη του Μοντεβίδεο στην επιχείρηση εντοπισμού του ομήρου, αλλά οι έρευνες απέβησαν άκαρπες. Αδυνατώντας να ανακαλύψουν κάποιο ίχνος του, οι αρχές αποφάσισαν να άρουν το ακαδημαϊκό άσυλο και να επιτρέψουν τη διεξαγωγή ερευνών από την αστυνομία μέσα στο πανεπιστήμιο που ήταν γνωστό πως αποτελούσε ιδεολογικό και πολιτικό προπύργιο των ανταρτών. Η εισβολή των  αστυνομικών προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση των φοιτητών που προσπάθησαν να τους απωθήσουν. Στα επεισόδια που σημειώθηκαν ένας κομμουνιστής φοιτητής με το όνομα Λίμπερ Άρτσε έπεσε νεκρός από τα πυρά της αστυνομίας. Οι Τουπαμάρος ανέδειξαν τον νεαρό Άρτσε σε «μάρτυρα» του αγώνα για την ελευθερία κι έδωσαν το όνομά του σε μία επίλεκτη ομάδα κομάντος του MLN, το «Κομάντο Λίμπερ Άρτσε» του Μοντεβίδεο. Ο Ρεβερμπέλ αφέθηκε ελεύθερος 5 ημέρες μετά την αιχμαλωσία του, βρώμικος, αξύριστος και ταπεινωμένος. Οι αντάρτες του χάρισαν τη ζωή αφού ο πολιτικός στόχος της απαγωγής του είχε εκπληρωθεί.
Πέρα από τις απαγωγές, οι Τουπαμάρος επιδόθηκαν και σε επιχειρήσεις πολιτικής προπαγάνδας που στόχο είχαν να αποδείξουν τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος και να σπάσουν τον αποκλεισμό που είχε επιβληθεί εναντίον τους στα ΜΜΕ , με πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Η επιδρομή του «Κομάντο Λίμπερ Άρτσε» στην τράπεζα Financiera το 1969, ήταν μια τέτοια επιχείρηση, αφού εκτός από τα κλοπιμαία, οι αντάρτες άρπαξαν και μία σειρά από μυστικά λογιστικά βιβλία που αποδείκνυαν την ύπαρξη ενός καρτέλ παράνομης διακίνησης χρήματος στο οποίο συμμετείχαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και τραπεζίτες που χρησιμοποιούσαν την τράπεζα για να ξεπλένουν τα χρήματα που είχαν καταχραστεί από τα ταμεία του Δημοσίου. Η δημοσιοποίηση των στοιχείων από το MLN προκάλεσε σάλο στην κοινή γνώμη και είχε σαν αποτέλεσμα την παραίτηση του Υπουργού Γεωργίας, Κάρλος Φρικ Ντέιβις.
Τέλος, μέσω της απονομής «επαναστατικής δικαιοσύνης» οι Τουπαμάρος θέλησαν να τρομοκρατήσουν την κυβέρνηση και να καταδείξουν την πολιτική ισχύ που διέθεταν. Αγαπημένος στόχος των ανταρτών ήταν οι πολιτικοί που ανήκαν στον στενό κύκλο του Προέδρου Αρέκο. Ήθελαν έτσι να δείξουν ότι η κυβέρνηση ήταν ανήμπορη να προστατέψει τα πιο υψηλόβαθμα στελέχη της και να παραλύσουν την κυβερνητική εξουσία στο υψηλότερο επίπεδο, προκαλώντας έτσι τη γενικότερη παράλυση του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, η στρατηγική τους ήταν να χτυπήσουν το κεφάλι, για να παραλύσουν το σώμα. Ακολουθώντας αυτή την τακτική οι Τουπαμάρος απήγαγαν για δεύτερη φορά τον Παρέιρα Ρεβερμπέλ το 1971και τον καταδίκασαν σε ισόβια κάθειρξη στις «Φυλακές του Λαού». Είναι προφανές ότι η ανακοίνωση της πρόθεσης του MLN να κρατήσει επ’ αόριστον τον Ρεβερμπέλ αιχμάλωτο στις υπόγειες φυλακές του, παρέπεμπε τόσο στον μόνιμο χαρακτήρα της κομμουνιστικής εξέγερσης, όσο και στην τελική της επικράτηση έναντι του αστικού Κράτους. Χαρακτηριστικό της ηττοπάθειας που είχε καταλάβει την κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα ήταν η αντικατάσταση με προεδρικό διορισμό του Ρεβερμπέλ από τον Χουάν Φαμπίνι στη θέση του διευθυντή της UTE. Η κίνηση αυτή ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή ότι η απελευθέρωση του Ρεβερμπέλ εξαρτιόταν αποκλειστικά από τους αντάρτες και όχι από τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.
Προδοσία
Η ιστορία έχει δείξει πως το κυριότερο όπλο της εκάστοτε εξουσίας ενάντια στους επαναστάτες είναι ο δωσίλογος. Η περίπτωση των Τουπαμάρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Έπειτα από μια σύντομη αναστολή των εχθροπραξιών κατά τη διάρκεια των εκλογών του 1971 όταν το MLN υποστήριξε την αριστερή συμμαχία «Frente Amplio», ο πόλεμος ξανάρχισε με μεγαλύτερη αγριότητα. Το Κράτος, με τη συνδρομή της CIA και των μυστικών υπηρεσιών της Βραζιλίας, οργάνωσε και εξόπλισε επίλεκτες αντιτρομοκρατικές μονάδες και χρησιμοποίησε εκτενώς τα βασανιστήρια και τις δωροδοκίες (απονομή χάριτος)  για να αποσπάσει πολύτιμες πληροφορίες από συλληφθέντες μαχητές του MLN. Η προδοσία του Έκτορ Αμόδιο Πέρεζ ήταν η σημαντικότερη επιτυχία της νέας αντιτρομοκρατικής τακτικής της κυβέρνησης.
Ο Πέρεζ ήταν στρατιωτικός διοικητής της Φάλαγγας 15 του Μοντεβίδεο και επιχειρησιακός σύνδεσμος των «Ομάδων Πυρός» της Φάλαγγας του με τις υπόλοιπες Φάλαγγες της οργάνωσης που δρούσαν στην πρωτεύουσα. Τον Μάρτιο του 1972 στο εθνικό συνέδριο του MLN καθαιρέθηκε από την ηγεσία της μονάδας του αφού κρίθηκε ανεπαρκής. Λίγες ημέρες μετά, ο δυσαρεστημένος Πέρεζ αυτομόλησε στις αρχές και αφού εξασφάλισε Προεδρική ‘άφεση αμαρτιών’ αποκάλυψε στην αστυνομία την τοποθεσία τριάντα βάσεων της οργάνωσης, μίας «Φυλακής του Λαού», ενός νοσοκομείου, αρκετών τυπογραφείων και αποθηκών με πυρομαχικά. Στη συνέχεια φυγαδεύτηκε από την Ουρουγουάη και εικάζεται ότι μπήκε στη δούλεψη των μυστικών υπηρεσιών της χώρας.
Ένας άλλος ανανήψας ονόματι Μάριο Πίριζ, ξεκίνησε μια καινούρια ζωή αφού πρώτα πρόδωσε τα ονόματα 100 συντρόφων του στην αστυνομία. Το πλήγμα για την οργάνωση ήταν βαρύ. Η στεγανοποίηση εξασφάλιζε έναν βαθμό μυστικότητας για τους μαχητές του MLN, αλλά η ύπαρξη εσωτερικής ιεραρχίας που ήταν απαραίτητη για τον κεντρικό συντονισμό του ανταρτοπολέμου σήμαινε πως υπήρχαν υψηλόβαθμα στελέχη που εάν έπεφταν στα χέρια των αρχών και πείθονταν να συνεργαστούν μπορούσαν να καταστρέψουν την οργάνωση. Οι Τουπαμάρος δεν μπόρεσαν ποτέ να αναπληρώσουν τις απώλειες που υπέστησαν εξαιτίας των προδοτών Πέρεζ και Πίριζ (100 θάνατοι και 600-700 συλλήψεις μαχητών μέσα σε τρεις μήνες). Μέχρι το 1972 είχαν αποδυναμωθεί στρατιωτικά και ο πόλεμος είχε λήξει.